Οπως αποδεικνύεται από τις εξελίξεις στη Μινεσότα, μέσα στη φούσκα της αυταρέσκειάς του, όπου δεν ανέχεται παρά μόνο επαίνους προς το πρόσωπό του, ο Ντόναλντ Τραμπ αντιλαμβάνεται παρ’ όλ’ αυτά κάποιους απόηχους του έξω κόσμου. Τις ιδιαίτερα αρνητικές δημοσκοπήσεις – ένα 58% των Αμερικανών δηλώνουν οργισμένοι με τις μεθόδους της ICE. Τα τηλεφωνήματα Ρεπουμπλικανών βουλευτών και γερουσιαστών, που δηλώνουν αποσβολωμένοι από τον τρόπο διαχείρισης της κρίσης – ο γερουσιαστής Ραντ Πολ απαίτησε χθες να τεθούν «άμεσα» σε διαθεσιμότητα οι ομοσπονδιακοί συνοριοφύλακες που σκότωσαν τον 37χρονο Αλεξ Πέτρι μέχρι να «ολοκληρωθεί μια ανεξάρτητη έρευνα». Τον κίνδυνο ενός νέου shutdown, άμεσα – οι Δημοκρατικοί αρνούνται να εγκρίνουν νέα χρηματοδότηση για την εσωτερική ασφάλεια χωρίς να προηγηθεί αναμόρφωση της ICE. Ο αμερικανός πρόεδρος προχωρά λοιπόν σε κάποιες διορθωτικές κινήσεις. Δεν αλλάζει φυσικά πολιτική, αλλάζει όμως τον τρόπο που την επικοινωνεί, που την «πουλάει».
Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να ερμηνευτούν οι αποφάσεις του να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τους Δημοκρατικούς ηγέτες της Μινεσότας, να δώσει εντολή να αποσυρθούν, χθες, «μερικοί» ομοσπονδιακοί πράκτορες από τη Μινεάπολη, να αποσύρει επίσης από αυτήν τον Γκρέγκορι Μποβίνο, τον διοικητή της ομοσπονδιακής Συνοριοφυλακής με τις επιθετικές μεθόδους και τη χακί χλαίνη τύπου Βέρμαχτ. Μέχρι και η Μελάνια επιστρατεύτηκε, να στείλει μήνυμα υπέρ της «ενότητας». «Παρακολουθώ όλη την κατάσταση. Αγαπώ τους πάντες. Αγαπώ όλους τους πολίτες μας. Αγαπώ την οικογένεια [του Πρέτι]. Είναι μια πολύ λυπηρή κατάσταση», διαβεβαίωσε χθες το βράδυ ο ίδιος ο Τραμπ σημειώνοντας πως θέλει «μια πολύ έντιμη και ακέραιη έρευνα», την οποία θα παρακολουθήσει «προσωπικά».
Ο αμερικανός πρόεδρος είχε επαναβεβαιώσει νωρίτερα πως είχε τη Δευτέρα δύο «πολύ καλές» και «γεμάτες σεβασμό» τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον κυβερνήτη της Μινεσότας, Τιμ Γουόλς, και τον δήμαρχο της Μινεάπολης, Τζέικομπ Φρέι – αυτός ο τελευταίος ήταν που προανήγγειλε την αποχώρηση «μερικών» ομοσπονδιακών πρακτόρων από την πόλη που θρηνεί ήδη δύο νεκρούς εξαιτίας τους, τον Αλεξ Πέτρι το Σάββατο και την 37χρονη Ρενέ Γκουντ δύο εβδομάδες νωρίτερα. Την απόσυρση του Μποβίνο την προανήγγειλε πρώτο το περιοδικό «The Atlantic», υποστηρίζοντας μάλιστα πως οδεύει προς την αποστράτευση. Από την πλευρά του, αμερικανός αξιωματούχος είπε στο Reuters πως ο 55χρονος, που έδωσε πρώτος το «σήμα» το Σάββατο υποστηρίζοντας ψευδώς πως ο Πρέτι είχε απειλήσει με όπλο τους πράκτορες που τον σκότωσαν, έχασε τον ειδικά δημιουργημένο τίτλο του «διοικητή της συνοριακής φρουράς» και θα επιστρέψει στην προηγούμενη θέση του ως επικεφαλής της Συνοριοφυλακής στον τομέα El Centro της Καλιφόρνιας, στα σύνορα μεταξύ ΗΠΑ και Μεξικού.
Εκπρόσωπος του υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας, βέβαια, διαβεβαίωσε πως ο Μποβίνο παραμένει «ένα στοιχείο – κλειδί της ομάδας του προέδρου». Ανάλογη ανάγκη διαβεβαίωσης, ότι διατηρεί «όλη την εμπιστοσύνη του προέδρου», ένιωσε και ο Λευκός Οίκος αναφορικά με την ίδια την υπουργό Εσωτερικής Ασφάλειας, Κρίστι Νόεμ, ενώ οι Δημοκρατικοί ζητούν μετ’ επιτάσεως την αποπομπή της.
«Νομίζω πως κάνει πολύ καλή δουλειά», επιβεβαίωσε στη συνέχεια ο ίδιος ο Τραμπ. Μια κάποια ενόχλησή του διαφαίνεται πάντως και από τη δίωρη σύσκεψη που είχε με τη Νόεμ και τον κορυφαίο βοηθό της στο Οβάλ Γραφείο το βράδυ της Δευτέρας, και από την απόφαση που ανακοίνωσε την ίδια μέρα να στείλει στη Μινεσότα τον «τσάρο των συνόρων» Τομ Χόμαν, αρχιτέκτονα των αντιμεταναστευτικών πολιτικών από την εποχή του Ομπάμα ακόμα – θέτοντάς τον επικεφαλής της όλης επιχείρησης Metro Surge και σημειώνοντας πως θα λογοδοτεί απευθείας στον ίδιο.
Μιλώντας για προηγούμενους προέδρους, μετά τον Ομπάμα και τον Κλίντον δήλωση για τις αγριότητες στη Μινεσότα έκανε χθες και ο Τζο Μπάιντεν, σημειώνοντας πως «παραβιάζουν τις πλέον θεμελιώδεις αξίες μας ως Αμερικανών». Στο μεταξύ, ο επικεφαλής ομοσπονδιακός δικαστής της Μινεσότα, Πάτρικ Σιλτζ, διέταξε τον προσωρινό διευθυντή της ICE, Τοντ Λάιονς, να εμφανιστεί προσωπικά σήμερα στο δικαστήριο, απειλώντας με ποινή παραβίασης δικαστικής εντολής, λόγω επανειλημμένης μη συμμόρφωσης της υπηρεσίας σε εντολές για ακροάσεις με σκοπό τον ορισμό εγγύησης για κρατούμενους μετανάστες.







