Νέος, ο Φίνκιελκροτ ήταν μαοϊκός, ύστερα προσέγγισε την Ακρα Αριστερά, για να τον σημαδέψει στη συνέχεια η σκέψη της Κεντρικής Ευρώπης: ο Κούντερα, ο Τσέσλαβ Μίλος, ο Κολακόφσκι. Σήμερα, λέει σε μια συζήτηση που είχε με τον Τεσόν και τη διεύθυνση της «Figaro» για τα 200 χρόνια της εφημερίδας, νιώθει να ταυτίζεται με έναν όρο που είχε κάποτε χρησιμοποιήσει ο Κολακόφσκι: «συντηρητικός-φιλελεύθερος-σοσιαλιστής».
Συντηρητικός, επειδή πιστεύει ότι το ζητούμενο δεν είναι πλέον να αλλάξει ο κόσμος, αλλά να σωθεί ό,τι μπορεί ακόμη να σωθεί: η γη, η ομορφιά των πραγμάτων, η νύχτα, η σιωπή, η γλώσσα, ο πολιτισμός. Φιλελεύθερος, επειδή μια κοινωνία όπου δεν υπάρχει η ελευθερία του επιχειρείν είναι καταδικασμένη στη στασιμότητα. Σοσιαλιστής, επειδή η ανακατανομή των εισοδημάτων δεν οδηγεί στα γκουλάγκ.
Ο 76χρονος Φίνκιελκροτ διαβάζει τρεις εφημερίδες την ημέρα, στο χαρτί φυσικά. Το πρωί τη «Libération» και τη «Figaro», το απόγευμα τη «Monde». Η αγαπημένη του είναι η «Figaro». Πρώτον, επειδή δεν τον εκνευρίζει σχεδόν ποτέ. Δεύτερον, επειδή έχει καλές αθλητικές σελίδες, αν κι εκείνες της «L’Ėquipe» είναι καλύτερες. Τρίτον, επειδή φιλοξενεί συχνά απόψεις συγγραφέων. Τέταρτον, επειδή οι δημοσιογράφοι της παίρνουν ωραίες συνεντεύξεις. Στέλνουν τις ερωτήσεις και αφήνουν τον άλλο να σκεφτεί, ενώ οι περισσότερες εφημερίδες ποντάρουν στον αυθορμητισμό και θέλουν να αιφνιδιάζουν τον συνεντευξιαζόμενο. Ομως η αλήθεια δεν βγαίνει από τον αυθορμητισμό, βγαίνει από τον στοχασμό, άρα από το γράψιμο. Είναι αυτό που έλεγε ο δημοσιογράφος και ιστορικός Εμανουέλ Μπερλ (1892-1976): «Δεν γράφω για να πω αυτά που σκέφτομαι, αλλά για να τα μάθω».
Η κλασική διάκριση ανάμεσα στους δημοσιογράφους και τους συγγραφείς είναι ότι οι πρώτοι παράγουν κάτι που την επόμενη ημέρα δεν κάνει παρά για να τυλίγει ψάρια, ενώ οι δεύτεροι δημιουργούν κάτι διαρκές. Η εφημερίδα είναι σαν τον καφέ: αν δεν τον πιεις γρήγορα, κρυώνει και μετά δεν πίνεται. «Είναι το γνωστό ζήτημα του μάρμαρου και του χαρτιού», σχολιάζει ο 53χρονος Τεσόν. «Να χαράσσεις λέξεις για την αιωνιότητα ή να βγάζεις τα απωθημένα σου; Είναι αλήθεια ότι η καθημερινότητα του συγγραφέα έγκειται στο να φυλάγεται από την καθημερινότητα.
Ομως υπάρχει ένας χώρος όπου συναντάται η μακρά διάρκεια του συγγραφέα με τον αυθορμητισμό του δημοσιογράφου: το ρεπορτάζ. Στο ρεπορτάζ, η λογοτεχνία επισκέπτεται τη δημοσιογραφία. Ο συγγραφέας αναζητεί το αθάνατο υλικό στα τραντάγματα της στιγμής. Δείτε τον Μπαλζάκ: ερευνητικά κείμενα στον Τύπο, ύστερα μυθιστορήματα στο μάρμαρο. Εχουμε άλλωστε επινοήσει ένα νέο είδος, το “λογοτεχνικό ρεπορτάζ”, το οποίο κατ’ εξοχήν υπηρέτησαν ο Αλμπέρ Λοντρ, ο Ζοζέφ Κεσέλ και ο Αντρέ Μαλρό. Ενα άλλο είδος που πετυχαίνει τον παρά φύση γάμο ανάμεσα στον άμεσο παρεμβατισμό του δημοσιογράφου και τη βραδεία μάλαξη του συγγραφέα είναι η μικρή φόρμα. Δεν την ανακάλυψαν οι δημοσιογράφοι, αλλά οι ηθικογράφοι του 17ου αιώνα με τους αφορισμούς».
Ο Φίνκιελκροτ το βλέπει κάπως διαφορετικά. Πρώτα απ’ όλα, από τότε που κατέρρευσαν οι φιλοσοφίες της ιστορίας, το ερώτημα της φιλοσοφίας δεν είναι πλέον «Τι είναι;», αλλά «Τι συμβαίνει;». Το ίδιο ακριβώς είναι το ερώτημα και της δημοσιογραφίας. Το κυριότερο, όμως, είναι ότι «έχουμε ανάγκη από τη δημοσιογραφία για να αντισταθούμε στην ιδεολογία. Η ιδεολογία, όπως λέει η Χάνα Αρεντ, είναι η λογική μιας ιδέας, η θέληση να ντύσουμε την πραγματικότητα με ένα μεγάλο αφήγημα. Η δημοσιογραφία προσφέρει τις πραγματολογικές αλήθειες που μας επιτρέπουν να δραπετεύσουμε από το πνεύμα του συστήματος».
Ορισμένες εφημερίδες βέβαια είναι παγιδευμένες σε ένα μεγάλο αφήγημα, κάτι που τις κάνει να «κόβουν» τα γεγονότα που το αντικρούουν. Γιατί εκτός από τα fake news, υπάρχουν και τα «no news». Αρκεί να αναφερθεί η ιδεολογία της πάλης των τάξεων, η αντίθεση δηλαδή μεταξύ καπιταλισμού και κομμουνισμού, εξαιτίας της οποίας δεν υπήρχαν στρατόπεδα στη Σοβιετική Ενωση. Ή η αντίθεση μεταξύ κυρίαρχων και κυριαρχούμενων, εξαιτίας της οποίας δεν υπάρχει ρατσισμός κατά των λευκών, αφού ένας κυρίαρχος δεν μπορεί ποτέ να είναι θύμα. Η πραγματική δημοσιογραφία, λέει ο Φίνκιελκροτ, επιτρέπει την καταπολέμηση αυτής της συλλογιστικής.
Μαρσέλ Προυστ (1871-1922)
Οπως ένα κρουασάν
O γραπτός Τύπος θα επιζήσει; «Στην Αλμπερτίν αγνοούμενη», απαντά ο Σιλβέν Τεσόν, «ο Μαρσέλ Προυστ μιλάει για τη μοναχική απόλαυση που νιώθει όταν ο ταχυδρόμος φέρνει το πρωί τη Figaro στο σπίτι του και βλέπει το όνομά του στην πρώτη σελίδα. O Προυστ μιλάει για την εφημερίδα σαν να είναι ένα «πνευματικό ψωμί», την καταναλώνει όπως ένα κρουασάν».
Ο Αλέν Φίνκιελκροτ δεν θα φτάσει να μιλήσει για μοναχική απόλαυση, νιώθει όμως πάντα μια μεγάλη συγκίνηση όταν η εφημερίδα δημοσιεύει ένα άρθρο του ή μια συνέντευξή του. Δεν συμβαίνει το ίδιο όταν το διαβάζει στο κινητό; «Δεν έχω κινητό. Αρα το ερώτημα ίσως να μην είναι αν θα επιζήσουν τα έντυπα, αλλά αν υπάρχει μέλλον για μένα. Μήπως ανήκω σε έναν κόσμο που έχει πλέον εξαντληθεί, αν δεν έχει ήδη πεθάνει;»


![Γροιλανδία: Οι δυτικοί σύμμαχοι ενισχύουν την παρουσία τους στην Αρκτική [γράφημα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/01/greenland8-600x400.jpg)




