Στην προχθεσινή συνέντευξη που μου παραχώρησε ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, στο πλαίσιο σειράς εκδηλώσεων στο Ωδείο Αθηνών, του ζήτησα να μου πει και λίγα πράγματα για τη συγκρότησή του, για την παιδεία του, για βιβλία που τον καθόρισαν. Η συζήτηση πήγε στα φοιτητικά του χρόνια, εκεί όπου συνήθως διαμορφώνονται οι προσωπικότητες, οργανώνονται οι γνώσεις και βρίσκουν κατεύθυνση οι κλίσεις.

Ο Πρωθυπουργός μίλησε για την τύχη του να σπουδάσει σε καλά αμερικανικά πανεπιστήμια. Αν ήθελες να σπουδάσεις κοινωνικές επιστήμες στο Χάρβαρντ, μου απάντησε, «έπρεπε τον πρώτο χρόνο του προγράμματος να διαβάσεις από το πρωτότυπο, χωρίς καμία βοήθεια, επτά θεωρητικούς. Αυτοί ήταν ο Ανταμ Σμιθ, ο Aλέξις ντε Τοκβίλ, ο Kαρλ Μαρξ, ο Τζον Στιούαρτ Μιλ, ο Μαξ Βέμπερ, ο Εμίλ Ντιρκέμ και ο Ζίγκμουντ Φρόιντ». Τους θρυλικούς επτά της μοντέρνας συνθήκης. Αργότερα, συζητώντας με φίλους οι οποίοι έχουν σπουδάσει στον αγγλοσαξονικό κόσμο αυτή την υποχρέωση, που σημαίνει πολλή μελέτη, επαναλήψεις, σημειώσεις, κατανόηση σε βάθος των κειμένων και, ασφαλώς, σκληρές εξετάσεις για να διαπιστωθεί το βάθος της κατανόησης, με διαβεβαίωσαν ότι βασικό συστατικό της επιστημονικής συγκρότησης των φοιτητών στα καλά πανεπιστήμια, και αυτονόητο, είναι η ανάγνωση κλασικών κειμένων. Ο καθηγητής ανοσολογίας Γιώργος Θυφρονίτης, που επίσης έχει σπουδάσει στην Αμερική, με διαβεβαίωσε ότι τα καλά πανεπιστήμια έτσι εκπαιδεύουν την ελίτ και μου περιέγραψε μια περίπτωση συμφοιτητή του σε τμήμα ιστορίας ο οποίος είχε την υποχρέωση να μελετήσει περί τα εκατό βιβλία σε ένα εκπαιδευτικό έτος.

Ο καθηγητής φιλοσοφίας Δημήτρης Δημητράκος μού ανέφερε ένα ανάλογο περιστατικό της δικής του νεότητας: νεαρός φοιτητής επισκέφτηκε τον εβραϊκής καταγωγής ιστορικό των ιδεών Αϊζάια Μπερλίν ζητώντας του οδηγίες για αναγνώσματα την περίοδο των διακοπών, απαραίτητα για τη διεύρυνση της σκέψης του. Ο Μπερλίν σκέφτηκε λίγο και δεν του υπέδειξε πολιτικούς επιστήμονες ή στοχαστές αλλά λογοτεχνία: Γκόγκολ και Ντοστογέφσκι. Ο Δημητράκος σημειώνει πάντα ότι χωρίς το διάβασμα, και την εμβάθυνση μέσα από το διάβασμα, δύσκολα προχωρούμε με αξιώσεις στην καρδιά της εξειδίκευσης καθενός και καθεμιάς μας.

Τα παραδείγματα αυτά μας οδηγούν στο εκπαιδευτικό σύστημα της Ελλάδας, σήμερα. Εδώ όπου σε μεγάλο βαθμό το πανεπιστήμιο αδυνατεί να επιβάλει ως καθολική υποχρέωση των φοιτητών του την ανάγνωση και, κακά τα ψέματα, στο τέλος ανταμείβει το επιδερμικό πέρασμα από τη γνώση. Ενας φίλος, καθηγητής νεοελληνικής φιλολογίας σε ελληνικό πανεπιστήμιο, μου έλεγε τις προάλλες ότι ξεσηκώθηκαν ουρανομήκεις διαμαρτυρίες επειδή ζήτησε από τους φοιτητές του να διαβάσουν, στη διάρκεια του έτους, τέσσερα κείμενα ισάριθμων συγγραφέων της «γενιάς του ’30»: Θεοτοκά, Μυριβήλη, Κοσμά Πολίτη και Βενέζη.

Είναι αλήθεια ότι, κατά μόνας, το διάβασμα πρέπει να το θέλεις. Το πανεπιστήμιο, όμως, θα έπρεπε να το απαιτεί, επειδή δεν νοείται να μην έχει προηγηθεί σκληρό διάβασμα πριν από το πτυχίο. Δυστυχώς, σε μια κοινωνία που έχει δαιμονοποιήσει την αξιολόγηση, οι ίδιες οι εκπαιδευτικές δομές έχουν παραιτηθεί από την υποχρέωση να απαιτούν κόπο και εμβάθυνση, δηλαδή δημιουργική κούραση από τους φοιτητές τους. Σε αυτό το φαινόμενο εδράζεται το μεγαλύτερο μέρος μιας κακοδαιμονίας που επιδεινώνεται.

Με άλλα λόγια: πριν κατηγορήσουμε τα σόσιαλ μίντια για τον εκχυδαϊσμό της δημόσιας επικοινωνίας, ας δούμε σοβαρά αν έχουν ορθωθεί σοβαρά αναχώματα από τις εκπαιδευτικές δομές του κράτους. Για να μη θαυμάζουμε τους θρυλικούς επτά, που έξω τους μαθαίνουν υποχρεωτικά, αλλά εδώ μας επιτρέπεται μόνο να θαυμάζουμε όσους συγκροτήθηκαν έξω.

Η άγνοια δεν είναι δύναμη

Η Μαρία Καρυστιανού, με την πρώτη εμφάνισή της ως πολιτικός, πρέπει να πήρε μια πικρή γεύση για το τι σημαίνει να ανακατεύεσαι με τα κοινά. Σε διάφορες, εύκολες κατά βάση, ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, τα έκανε μούσκεμα. Δεν έκανε μόνο την περίφημη δήλωση για τις αμβλώσεις. Αδυνατούσε να απαντήσει σε οτιδήποτε σοβαρό ερωτήθηκε, σε ό,τι τελοσπάντων απαιτούσε ψήγματα πολιτικής σκέψης.

Δυστυχώς γι’ αυτή, δεν της λείπει απλώς η πολιτική πείρα. Της λείπει απολύτως η πολιτική συγκρότηση. Εκτός ενός πλαισίου διαμαρτυρίας δεν υπάρχει ως πολιτικός. Είναι συνεπώς φυσιολογικό να μην έχει γνώση, άρα ούτε σοβαρή γνώμη για τα μεγάλα θέματα, αλλά και να άγεται και να φέρεται από διάφορους που της πουλάνε τεχνογνωσία, χωρίς ούτε αυτοί να διαθέτουν.

Υπό κανονικές συνθήκες, αδαείς, χωρίς ουσιαστική παιδεία προσωπικότητες, δεν δικαιολογείται να έχουν μεγάλες προσδοκίες. Γι’ αυτό είναι λάθος αυτό που κάνουν οι εταιρείες δημοσκοπήσεων, να μετράνε την απήχηση πιθανού κόμματος υπό τη συγκεκριμένη κυρία χωρίς πρώτα να ακούσουμε τι έχει να πει. Το μόνο που μπορεί να κάνει προσδοκώντας αποτέλεσμα είναι να μείνει στο ημίφως των θεωριών συνωμοσίας, με τις οποίες αναδείχτηκε – αλλά κι αυτό απαιτεί μέτρο και επίγνωση μεγέθους. Κάτι που κατάλαβε ότι απουσιάζει ακόμα και ο Φοίβος Δεληβοριάς.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.