Δεν μπορεί να εκληφθεί ως μόδα της εποχής η παρουσία κάποιων παραδοσιακών τραγουδιών στα ραδιόφωνα και σαφώς θα ήταν άστοχο να ισχυριστεί κανείς ότι αποτελούν τρέχουσα τάση, επειδή διεύρυναν το κοινό τους σε νεαρές ηλικίες. Περισσότερο, μέσα από αυτή τη συνθήκη, αποκαλύπτεται η διαχρονική τους αξία και η διαρκής ανάγκη για επανασύνδεση με τους ήχους και τις μελωδίες που διαμόρφωσαν και καθόρισαν τη συλλογική μνήμη του τόπου. Η μουσική παράδοση θα συνεχίζει να τροφοδοτεί τις νέες εποχές που – ακόμη και στην πιο άστοχη εκδοχή της – υπενθυμίζει ότι οι ρίζες από αυτή την περιοχή του πολιτισμού μπορούν να γίνουν ισχυρός κοινωνικός συνδετικός κρίκος.
Τα παραδοσιακά τραγούδια διατηρούν τη δύναμή τους, ακόμη και όταν ο τρόπος μετάδοσής τους αλλάζει. Μεταφέρονται σε νέες μουσικές πλατφόρμες και, παρά τις τεχνολογικές εξελίξεις, επικοινωνούν με τον ίδιο αυθεντικό τρόπο με κάθε νέα γενιά. Αυτό ακριβώς το πνεύμα της διαχρονικότητας και της ανανέωσης βρίσκεται και στον πυρήνα του Φεστιβάλ «Κομπανίες της Ηπείρου» που διοργανώνει στο καφενείο του «Χαλασιά μου» στο Περιστέρι, ο 31χρονος Αλέξανδρος Τζαλακώστας. Οπως λέει: «Στα καφενεία του χωριού γίνονταν όλα. Εκεί ανακοινώνονταν τα νέα, οι χαρές και οι λύπες των ανθρώπων. Εκεί μάθαινες για γάμους και γεννήσεις, για ξενιτιές και αποχωρισμούς. Ηταν ο τόπος που συναντιόταν η ζωή ολόκληρη, χωρίς φίλτρα και βιασύνη. Αυτή την αλήθεια προσπαθούμε να κρατήσουμε ζωντανή – να είναι το καφενείο που δεν ξέχασε τον ρόλο του, αλλά ένας χώρος όπου η μουσική, οι κουβέντες και οι άνθρωποι εξακολουθούν να συναντιούνται. Η παράδοση δεν είναι κάτι που θυμόμαστε αλλά κάτι που ζούμε». Από τις 24 Ιανουαρίου και κάθε Σαββατοκύριακο μέχρι και τέλος Φεβρουαρίου ζυγιές της Ηπείρου – ή κομπανίες όπως είναι και ο τίτλος του Φεστιβάλ – θα αφηγηθούν πολύτιμα κομμάτια του μουσικού πολιτισμού της περιοχής.
Ο Γιώργος Πατσούρας, με την κομπανία του Μπρατσόπουλου, θα πει τις ιστορίες των τραγουδιών του Ζαγορίου. Για τον 59χρονο τραγουδιστή, τα φεστιβάλ στα αστικά κέντρα έχουν μια επιπρόσθετη αξία σήμερα. «Οι άνθρωποι, παλαιότερα, περίμεναν τα πανηγύρια για να γλεντήσουν. Τώρα αυτό το βρίσκεις ακόμη σε πιο ορεινές περιοχές. Η παράδοση, παρά τις πολλές και διαφορετικές αναγνώσεις της, έχει μια κοινή ουσία: την αναζήτηση στις ρίζες της, στα παλιά τραγούδια που κρατούν ζωντανή τη μνήμη και την ιστορία. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το “Κωνσταντάκη”, ένα ζαγορίσιο τραγούδι που απευθύνεται στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, τον τελευταίο αυτοκράτορα του Βυζαντίου, και ανασύρει την εποχή και τα συναισθήματα που οδήγησαν στην πτώση της Κωνσταντινούπολης». Ο σπουδαίος σολίστ επισημαίνει την ανάγκη να μη χαθεί το νήμα της παράδοσης «με σεβασμό στο γνήσιο παραδοσιακό τραγούδι. Παλιότερα οι μουσικοί είχαν ταυτότητα η οποία αποτυπωνόταν στο ηχόχρωμά τους, τους αναγνώριζες ακούγοντάς τους. Είναι μεγάλη ευθύνη των μουσικών να παραδώσουν και να διατηρήσουν αυτά που παρέλαβαν από τους παλαιότερους. Θα πρέπει να υπάρχει επιμονή, συνεχής αγώνας στη διατήρησή της. Είναι απαραίτητο να επιμένουμε».
Για τον 23χρονο Γιώργο Μπίλλη που έχει στον ήχο του κλαρίνου του – και – τους ήχους του Πωγωνίου, «ο ιδανικός τρόπος για να κατανοήσει κάποιος την αυθεντικότητα της παράδοσης είναι να τη βιώσει από πρώτο χέρι και μέσα από ένα φεστιβάλ μπορεί να γίνει αυτό όταν για παράδειγμα στο τέλος των δράσεων ακολουθήσει ένα αυθεντικό γλέντι με ό,τι συνεπάγεται».
«Ανοιχτό σχολείο»
Την πλούσια παράδοση της Κόνιτσας θα μεταφέρει στη σκηνή που θα στηθεί στο ιδιαίτερο καφενείο ο Αντώνης Κακούρης. Ο 28χρονος κλαρινετίστας βιώνει αυτή τη συνάντηση ως ένα «ανοιχτό σχολείο» το οποίο, όπως λέει, παραδίδει κομμάτια μνήμης του τόπου του. «Από μικρός είχα την τύχη να έρθω σε επαφή με σπουδαία ονόματα, όπως τον Μιχάλη Πανουσάκο, τον Νίκο Φιλιππίδη και τους Χαλκιάδες από τη Βούρμπιανη. Αυτούς τους μεγάλους καλλιτέχνες πρόλαβα, θαύμαζα και θαυμάζω. Η μελέτη μου βασίζεται πάνω στις μελωδίες τους. Ολοι τους ήταν και είναι για μένα μια ζωντανή σχολή. Μέσα από το κλαρίνο και τα πανηγύρια, δεν μαθαίνεις μόνο νότες και τεχνική, αλλά ήθος, μέτρο, σεβασμό στον τόπο και στον άνθρωπο».
Η μουσική, λέει ο Αντώνης Κακούρης, έχει τη δύναμη να γεφυρώνει γενιές και τόπους. «Από την Ηπειρο μέχρι τη Βόρεια Ηπειρο, οι μελωδίες μιλούν την ίδια γλώσσα της μνήμης, της χαράς και της συγκίνησης, ξεπερνώντας σύνορα και διαχωρισμούς. Οι άνθρωποι ταξιδεύουν, συναντιούνται και στα πανηγύρια που παίζουμε σήμερα ακούμε και παίζουμε πολλά διαφορετικά πράγματα. Ως καλλιτέχνες μεταφέρουμε τον τόπο μας όπου κι αν βρεθούμε, οπότε σε κάθε μέρος θα παίξουμε και κάτι δικό μας, κάτι που κουβαλά την καταγωγή μας! Την παράδοση πρέπει να τη “ζούμε”. Θεωρώ, λοιπόν, σημαντικό κάθε χωριό να έχει ένα χορευτικό σύνολο, ώστε οι νέες γενιές να μαθαίνουν τους χορούς και να τους κρατούν ζωντανούς. Με αυτόν τον τρόπο η παράδοση συνεχίζεται. Παράλληλα, χρειάζεται να είμαστε κοντά σε κάθε χωριό, από το μικρότερο γλέντι μέχρι το μεγαλύτερο πανηγύρι. Ετσι, δίνουμε και μια ελπίδα στους τελευταίους ηλικιωμένους κατοίκους, ιδιαίτερα σε όσους ζουν μόνιμα εκεί, ότι ο τόπος τους δεν ξεχνιέται. Κοντολογίς, η ευθύνη μας, παλιών και νέων, είναι κοινή: οι παλαιότεροι να μεταδίδουν απλόχερα τη γνώση τους και οι νεότεροι να τη σέβονται, να την εξελίσσουν και να τη μοιράζονται. Μόνο έτσι η μουσική θα συνεχίσει να ενώνει ανθρώπους, γενιές και τόπους όπως έκανε πάντα!».







