Υπό μία έννοια, η Μάχσα Αμινί στάθηκε τυχερή. Βρήκε τον θάνατο μέσα σε λίγα λεπτά από τα δολοφονικά χτυπήματα των μελών της «αστυνομίας ηθών» και δεν είναι ανάμεσα στους διαδηλωτές που τις τελευταίες μέρες έχουν τεθεί στο στόχαστρο των δυνάμεων καταστολής του ίδιου καθεστώτος. Με αποτέλεσμα είτε να χάνουν το μάτι τους από τις βολίδες των ελεύθερων σκοπευτών του είτε να βιώνουν έναν εξ αποστάσεως βιασμό με επώδυνα πλήγματα στα γεννητικά τους όργανα, καθώς σε αυτά τα δύο σημεία έχουν εντολή να στοχεύουν οι «φύλακες της τάξης» στην Τεχεράνη και τις άλλες πόλεις του Ιράν. Αφήστε που θα μπορούσε να είναι στις τάξεις εκείνων που αναγκάζονται να ζήσουν σε σκοτεινά κελιά για μερικά 24ωρα, παρέα με την αγωνία του θανάτου, καθώς τους επιβλήθηκε με συνοπτικές διαδικασίες η θανατική ποινή και θα οδηγηθούν (ή οδηγήθηκαν ήδη) στην αγχόνη, χωρίς καν να τους δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσουν τον εαυτό τους.

Η νεαρή Κούρδισσα, η οποία θα γιόρταζε σε πέντε μέρες τα 23 της, βρέθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου 2022 στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή. Σε έναν δημόσιο χώρο της πρωτεύουσας, χωρίς να φορά το χιτζάμπ της, όπως επιβάλλει ο ενδυματολογικός κώδικας που έχει θεσπίσει το θεοκρατικό καθεστώς, φυσικά για λογαριασμό του Αλλάχ. Είχε δε την ατυχία να βρεθεί στον δρόμο κάποιων ιρανών μπάτσων, οι οποίοι ενδεχομένως να μην είχαν συνειδητοποιήσει πως ήδη, στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας, αυτοί οι νόμοι έχουν καταργηθεί στην πράξη ή, έστω, παραβιάζονται καθημερινά από εκατομμύρια γυναίκες που θεωρούν αυτονόητο να μην κρύβουν την κεφαλή και το πρόσωπό τους. Ισως και να το είχαν συνειδητοποιήσει, όμως, με συνέπεια να εξοργιστούν και να αποφασίσουν να στείλουν την ίδια στον άλλο κόσμο και στις υπόλοιπες ένα μήνυμα ότι το «βαθύ κράτος» είναι παρόν.

Μήπως αυτός είναι, όμως, ένας ακόμη λόγος για να χαρακτηρίσει κανείς τη Μάχσα Αμινί τυχερή; Μήπως, με άλλα λόγια, εάν είχε επιζήσει, θα διαπίστωνε με απογοήτευση σήμερα, δύο και πλέον χρόνια μετά, ότι η λαοθάλασσα που βγήκε μαχητικά στους δρόμους μετά τη στυγνή δολοφονία της για να διεκδικήσει δικαιώματα για τις γυναίκες και τα κορίτσια του Ιράν, αλλά και τις στοιχειώδεις δημοκρατικές ελευθερίες για ολόκληρο τον λαό, δεν έχει δικαιωθεί; Θα έβλεπε ότι το σύστημα παραμένει το ίδιο στον πυρήνα του και ότι μπορεί να γίνει ακόμη πιο σκληρό και ανελέητο, ειδικά στο φόντο των απειλών και των πυραύλων του Τραμπ και του «Μεγάλου Σατανά»;

Το πιθανότερο, σε κάθε περίπτωση, είναι πως εάν η Μάχσα βρισκόταν εν ζωή, θα διαδήλωνε κι αυτή στους δρόμους, διακινδυνεύοντας πολλά. Στο πλευρό συνομηλίκων της που θεωρούν ότι έχει έρθει επιτέλους η ώρα να αλλάξει κάτι σε αυτή τη χώρα των 90 εκατομμυρίων. Μόνο που θα καταλάβαινε πολύ γρήγορα ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά και σίγουρα δεν είναι αυτονόητα, όπως θα τα έβλεπαν το αθώο μυαλό της και η καθαρή της καρδιά.

Το καθεστώς θα την κατηγορούσε ως «πράκτορα των ιμπεριαλιστών», όπως κάνει συνήθως, με σκοπό να δυσφημήσει όσους τολμούν και ορθώνουν παράστημα απέναντί του. Ορισμένοι συμπατριώτες της, από την άλλη, θα προσπαθούσαν να καπηλευτούν τη δίψα της για ζωή, συνυπολογίζοντάς τη στους οπαδούς του εξόριστου Ρεζά Παχλαβί, γιου του λαομίσητου σάχη, ο οποίος ανατράπηκε στην επανάσταση του 1979. Και τότε ίσως να θυμόταν κάποιες ιστορίες που της είχαν διηγηθεί μεγαλύτεροι και περιέγραφαν τα ασύλληπτα βασανιστήρια που υφίσταντο οι αντίπαλοι του τότε καθεστώτος – μαζί και νέοι της ηλικίας της – στα κολαστήρια των μυστικών υπηρεσιών και της «αστυνομίας κοινωνικών φρονημάτων».

Σύντομα δε, παρά το μπλόκο στο Ιντερνετ και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, θα πληροφορούνταν ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ διεμήνυσε στον λαό του Ιράν ότι «η βοήθεια έρχεται» και θα αναρωτιόταν – δικαίως – εάν η λύση βρίσκεται στον βομβαρδισμό της χώρας της. Θα μάθαινε και ότι η νομπελίστρια ιρανή δικηγόρος Σιρίν Εμπαντί ζήτησε από τον αμερικανό πρόεδρο να εξαπολύσει «χειρουργικά χτυπήματα» κατά του αγιατολάχ Χαμενεΐ και του καθεστώτος του – μιμούμενη την επίσης κάτοχο του Νομπέλ Ειρήνης, επικεφαλής της αντιπολίτευσης στη Βενεζουέλα, Μαρία Κορίνα Ματσάδο.

Δεν αποκλείεται, επίσης, να είχε διαβάσει την ανακοίνωση που έβγαλε το αμερικανικό Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τη συμπλήρωση τριών ετών από τη στιγμή που κάποια συμπατριώτισσά της είχε βρει τον θάνατο στα χέρια της «αστυνομίας ηθών», επειδή δεν ήταν κατάλληλα ενδεδυμένη. «Η δολοφονία της, μαζί με τόσες άλλες, συνιστά μια καταδικαστική απόδειξη για τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας από την Ισλαμική Δημοκρατία», γράφει ανάμεσα στα άλλα. Επειδή, όμως, ζούμε στην εποχή που η πληροφορία κυκλοφορεί ταχύτατα, η Μάχσα θα είχε κάθε δικαίωμα να αναρωτηθεί: Μα καλά, εκεί δεν είναι που ένα μέλος της αστυνομίας μετανάστευσης δολοφόνησε εν ψυχρώ μια 37χρονη γυναίκα στο αυτοκίνητό της, χωρίς αιτία, πυροβολώντας τη στο κεφάλι; Εκεί δεν είναι που οι εκτελέσεις θανατοποινιτών διπλασιάστηκαν φέτος; Εκεί δεν είναι που η δημοκρατία στενάζει;

Προφανώς, απαντήσεις δεν θα έπαιρνε. Και γι’ αυτό ίσως να σκεφτόταν: Τελικά, η λύση δεν βρίσκεται ούτε στους μουλάδες ούτε στις βόμβες των Αμερικανών. Βρίσκεται κρυμμένη κάπου στους λαούς που εξεγείρονται.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.