Το επόμενο κύμα δημοσκοπήσεων βρίσκεται προ των πυλών και η αναταραχή στο μέτωπο της αντιπολίτευσης μοιάζει, τη δεδομένη στιγμή, να αποτελεί τη μοναδική βεβαιότητα για το σκηνικό που θα δημιουργηθεί στον δρόμο προς τις κάλπες του 2027 – η επικείμενη ίδρυση όχι ενός, αλλά δύο νέων κομμάτων, έχει δημιουργήσει ένα πρωτοφανές σκηνικό, στο οποίο οι υφιστάμενες πολιτικές δυνάμεις περιμένουν να καταλαγιάσει ο κουρνιαχτός για να γνωρίζουν με ποιους αναμετρώνται και όσοι ετοιμάζονται να μπουν στον στίβο αποφασίζουν, αυτές τις ημέρες, σε ποιους και πώς θα απευθυνθούν.
Η κατάσταση αυτή δυσκολεύει και τη διαχείριση από τους επαγγελματίες των δημοσκοπήσεων: «Διανύουμε μια περίοδο ρευστότητας και αναμονής. Οι όποιες εκτιμήσεις είναι αν μη τι άλλο παρακινδυνευμένες», αναφέρει χαρακτηριστικά στα «ΝΕΑ» ο Πέτρος Ιωαννίδης της About People. «Οι δημοσκοπήσεις αυτή τη στιγμή “μετρούν” στην πρόθεση ψήφου κόμματα που πιθανά να μην κατέλθουν στις εκλογές και δεν “μετράνε” κόμματα που είναι υπό ίδρυση», σχολιάζει – με το βλέμμα εμφανώς στραμμένο στα αχαρτογράφητα νερά του προοδευτικού χώρου, όπου τουλάχιστον δύο κόμματα, ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νέα Αριστερά, βρίσκονται στον αστερισμό του Αλέξη Τσίπρα και αναμένουν τις διαρροές προς το μέρος του, γνωρίζοντας πως στο μέλλον τους βρίσκονται πιθανότητες απορρόφησης και διάσπασης που αυτομάτως προσδίδουν υπαρξιακό χαρακτήρα.
Και αν η προοδευτική εξίσωση έχει στον πυρήνα της τις κινήσεις πρωθυπουργού, ο οποίος στην πρώτη δημοσκόπηση του έτους (που χρησιμοποιεί τη δυνητική ψήφο του «πολύ πιθανό» ως πρόθεση ψήφου) βρίσκεται στην τέταρτη θέση, σε απόσταση αναπνοής από το ΠΑΣΟΚ, η αντισυστημική πλευρά των προσωποπαγών κομμάτων, από την Ελληνική Λύση έως την Πλεύση Ελευθερίας (αλλά και της τσιπρικής πλευράς, που μοιράζεται ένα μέρος τέτοιων ψηφοφόρων), αναμένει τι θα πράξει η Μαρία Καρυστιανού. «Το ζητούμενο για το υπό ίδρυση κόμμα της κυρίας Καρυστιανού είναι το αν αυτό θα καταφέρει σε βάθος χρόνου να λειτουργήσει ως πόλος εξουσίας, ενώνοντας τις διάσπαρτες δυνάμεις που βρίσκονται στην αντιπολίτευση, ή αν θα επιτείνει τον κατακερματισμό», σχολιάζει ο Αντώνης Παπαργύρης της GPO, με δεδομένο πως, ήδη από την πρώτη της πολιτική τοποθέτηση, η Καρυστιανού περιέγραψε δύο στάσεις: πρώτον, επιτέθηκε στον Τσίπρα για το «χειρότερο μνημόνιο απ’ όλα» και δεύτερον, ξεκαθάρισε πως δεν πρόκειται να συμμαχήσει με κανέναν και δεν θα κάνει μετεκλογικές συνεργασίες.
Δεξαμενές ψηφοφόρων της Καρυστιανού
Πρόσωπα με γνώση των πρώτων στοιχείων που βγαίνουν από τις μετρήσεις οι οποίες γίνονται αυτές τις μέρες βλέπουν την τάση η Καρυστιανού να κερδίζει κυρίως από ψηφοφόρους του Κυριάκου Βελόπουλου και της Ζωής Κωνσταντοπούλου, όμως η δυνητική της ψήφος μοιάζει μεγαλύτερη και από αυτή του δεύτερου ΠΑΣΟΚ – στην οπτική της Αννας Διαμαντοπούλου (Alpha radio), «η αποτύπωση της κυρίας Καρυστιανού στις δημοσκοπήσεις είναι ουσιαστικά η επιρροή της ως άτομο, γιατί ως κόμμα δεν μπορούμε να την κρίνουμε. Η αποτύπωσή της ως άτομο έχει χαρακτηριστικά κυρίως συναισθηματικά (…) Το συναίσθημα λειτουργεί 80% απέναντι στη λογική. Αυτό μέχρι τις εκλογές όμως, γιατί στις εκλογές ο καθένας θα έρθει να ψηφίσει με βάση τι θα γίνει την επόμενη μέρα στη χώρα».
Η μεγαλύτερη ανησυχία για όλους στην αντιπολίτευση, ωστόσο, είναι η πιθανότητα η Καρυστιανού να σηκώσει από τον καναπέ τους μερίδες ψηφοφόρων που δεν ψηφίζουν, ανατρέποντας τις εκτιμήσεις πως, ακόμα κι αν εμφανίζεται «φουσκωμένη» σήμερα, μέχρι τις κάλπες η Καρυστιανού θα αντλεί από συγκεκριμένες δεξαμενές, εξουδετερώνοντας η μία την άλλη – και μαζί μια μεγάλη μερίδα από εκείνους που ψηφίζουν για πρώτη φορά το 2027. Στον αντίποδα, οι πιο ψύχραιμοι στην αντιπολίτευση αντιτείνουν πως, από την κρίση του 2010, η μοναδική εκλογική αναμέτρηση που θα μπορούσε να έχει φέρει απογοητευμένους στην κάλπη ήταν αυτή του Ιανουαρίου του 2015 – σε σύγκριση, ωστόσο, με τον Ιούνιο του 2012, η συμμετοχή ήταν μεγαλύτερη μόνο κατά 113.558 ψηφοφόρους. Αντιθέτως, οι ίδιοι επισημαίνουν πως η τελευταία φορά που υπήρξε αύξηση του εκλογικού σώματος ήταν στις πρώτες εκλογές του 2023, έπειτα από μεγάλα οικονομικά πακέτα από την πλευρά της ΝΔ – και πως, στις ευρωεκλογές, όσοι έδειξαν τη δυσαρέσκειά τους απέχοντας, ήταν και πάλι γαλάζιοι ψηφοφόροι.







