Η μεγάλη τάση της χρονιάς που πέρασε ήταν ασφαλώς η γενίκευση της χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης και η άμεση μελλοντική της επίδραση στις κοινωνίες. Το «ΑΙ» είναι παρόν σε κάθε συζήτηση, χωρίς να υπάρχει καθολική συναίνεση ούτε για τον ρυθμό με τον οποίο θα συνεχιστεί η εξέλιξή του, ούτε για τον βαθμό στον οποίο θα επηρεάσει την οικονομία, τις εργασιακές δομές αλλά και τη σχέση των σχετικά λίγων κατόχων της πιο προηγμένης μορφής του με τους ανταγωνιστές τους – είτε πρόκειται για χώρες, είτε για εταιρείες ή άλλα κέντρα εξουσίας.
Το βέβαιο είναι πως η έκταση του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος που θα συμπυκνώνει ο έλεγχος της τεχνητής νοημοσύνης – από οικονομική, πολιτική αλλά και στρατιωτική άποψη – δεν θα είναι συγκρίσιμος με τίποτα λιγότερο από τη μετάβαση σε μια άλλη εποχή.
Μια χώρα που θα υστερεί στη χρήση της θα έχει όση τύχη είχαν οι πολιτισμοί του Χαλκού όταν άλλοι είχαν περάσει στην εποχή του Σιδήρου. Και αυτό αποτυπώνεται στον στρατηγικό ανταγωνισμό ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα, τόσο για την τεχνολογική καινοτομία (με τους περιορισμούς στη διάθεση των πιο προηγμένων μικροτσίπ) όσο και για τις αναγκαίες πρώτες ύλες (με τον έλεγχο των εξαγωγών σπάνιων γαιών). Ο τομέας απορροφά σχεδόν τις μισές από τις συνολικές επενδύσεις στην παγκόσμια οικονομία.
Παρ’ όλα αυτά, το πιο συνηθισμένο θέμα αντιπαράθεσης μεταξύ ειδικών εκτός του τεχνολογικού χώρου – κυρίως οικονομολόγων και επιχειρηματιών – είναι κατά πόσον έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια (ακόμη) χρηματιστηριακή «φούσκα», και τι θα συμβεί εάν «σκάσει». Οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες, και κυρίως οι πρωτοπόρες στην τεχνητή νοημοσύνη ή τα τεχνικά της προαπαιτούμενα (μικροτσίπ, κέντρα δεδομένων) ήταν οι πρώτες που ξεπέρασαν σε κεφαλαιοποίηση τα 4 τρισεκατομμύρια δολάρια. Εάν αποδειχθεί πως οι αστρονομικές αποδόσεις στις οποίες προσβλέπουν οι επενδυτές από την εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης στην παραγωγική διαδικασία δεν είναι ρεαλιστικές, μια χρηματιστηριακή κρίση δεν είναι απίθανη. Αλλά είναι το μικρότερο από τα πιθανά προβλήματα. Ο αιώνας ξεκίνησε με μια τέτοια – την κρίση του dot com, όταν Ελντοράντο έμοιαζε το Ιντερνετ.
Χάθηκαν περίπου 5 τρισ. δολάρια χρηματιστηριακής αξίας, αλλά το Ιντερνετ επέζησε και είναι παντού στη ζωή μας. Στη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 το κόστος ήταν τριπλάσιο, 15 τρισ., ενώ με την πανδημία περίπου 10 τρισ. Ο κόσμος της οικονομίας, ο κόσμος της πολιτικής και οι χώρες έχουν μάθει να ξεπερνούν γρήγορα τέτοιες κρίσεις. Αλλες αλλαγές που φέρνει η τεχνητή νοημοσύνη βάζουν πολύ πιο σκληρά ερωτήματα.
Το πρώτο αφορά τη σχέση πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Οι εταιρείες-γίγαντες της τεχνολογίας έχουν πρωτοφανή επιρροή και ισχύ. Μπορούν επομένως να επηρεάσουν τις αποφάσεις που τις αφορούν. Η σύγκρουση που βρίσκεται σε εξέλιξη ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ΕΕ με αφορμή κάποια ασήμαντα πρόστιμα εστιάζουν τελικά στο ζήτημα της ρύθμισης – ποιος θα έχει τον πρώτο λόγο και ποιος θα επιβάλει τη βούλησή του. Θα μπορέσουν τα πολιτικά κέντρα να ελέγξουν, σε ποιον βαθμό, με πόση επιτυχία και με ποια τελική στόχευση μια τεχνολογική αλλαγή που ελάχιστοι κατανοούν;
Το δεύτερο ερώτημα είναι ίσως το πιο καίριο. Ενα όλο και μεγαλύτερο ποσοστό του πλούτου θα παράγεται από την τεχνολογία, χωρίς τη μεσολάβηση ή την ανάγκη του ανθρώπινου παράγοντα. Πώς θα μοιραστεί αυτός ο πλούτος, ιδίως εάν στο ορατό μέλλον θα υπάρχουν περισσότεροι δυνητικοί εργαζόμενοι από όσους θα χρειάζονται; Για αυτή την κρίση διανομής, όλες οι κοινωνίες – και ιδίως οι δυτικές – είναι εντελώς απροετοίμαστες.







