Τα μικροπλαστικά, μικροσκοπικά θραύσματα πλαστικού με διάμετρο μικρότερη των 5 χιλιοστών, έχουν αναδειχθεί σε έναν από τους πλέον ανησυχητικούς ρύπους του 21ου αιώνα. Αρχικά αντιμετωπίζονταν αποκλειστικά ως περιβαλλοντικό πρόβλημα. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια η επιστημονική έρευνα έχει στρέψει το ενδιαφέρον της στις επιπτώσεις τους στην ανθρώπινη υγεία και στη συχνότητα και βαρύτητα ποικίλων νοσημάτων.

Τα μικροπλαστικά προέρχονται είτε από τη σταδιακή διάσπαση μεγαλύτερων πλαστικών αντικειμένων είτε από πρωτογενείς πηγές, όπως τα μικροσφαιρίδια που περιέχονται σε καλλυντικά και προϊόντα προσωπικής υγιεινής. Η παρουσία τους είναι πλέον πανταχού παρούσα: στον αέρα που αναπνέουμε, στο πόσιμο νερό και στα τρόφιμα. Ως εκ τούτου, η καθημερινή ανθρώπινη έκθεση σε αυτά είναι αναπόφευκτη.

Σύγχρονες μελέτες έχουν ανιχνεύσει μικροπλαστικά στο ανθρώπινο αίμα, στους πνεύμονες, στο ήπαρ, στον εγκέφαλο και στον πλακούντα, γεγονός που εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τις βιολογικές τους επιδράσεις. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει πρόσφατη μελέτη που ανέδειξε την παρουσία μικροπλαστικών στις μισές από τις αφαιρεθείσες καρωτιδικές αθηρωματικές πλάκες. Οι ασθενείς στους οποίους ανιχνεύθηκαν μικροπλαστικά στις πλάκες αυτές εμφάνισαν, σε διάστημα 34 μηνών παρακολούθησης, 4,5 φορές υψηλότερο κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή θανάτου σε σύγκριση με εκείνους χωρίς ανιχνεύσιμα μικροπλαστικά.

Σε κυτταρικό και μοριακό επίπεδο, τα μικροπλαστικά φαίνεται να προκαλούν οξειδωτικό στρες, φλεγμονώδη απάντηση και διαταραχή της φυσιολογικής κυτταρικής λειτουργίας. Πειραματικές μελέτες υποδεικνύουν ότι μπορούν να ενεργοποιήσουν μηχανισμούς χρόνιας φλεγμονής, ενδοθηλιακής και ανοσολογικής δυσλειτουργίας, οι οποίοι αποτελούν βασικούς παθογενετικούς μηχανισμούς καρδιαγγειακών, αναπνευστικών και μεταβολικών νοσημάτων.

Παράλληλα, επιδημιολογικά δεδομένα δείχνουν ότι η εισπνοή μικροπλαστικών ινών σχετίζεται με επιδείνωση προϋπαρχόντων αναπνευστικών νοσημάτων, όπως το άσθμα, ενώ η κατάποση μικροπλαστικών μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς το εντερικό μικροβίωμα. Δεδομένου ότι το εντερικό μικροβίωμα διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη ρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος και του μεταβολισμού, οι διαταραχές του ενδέχεται να έχουν ευρύτερες επιπτώσεις στη γενική υγεία.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η έκθεση ευάλωτων πληθυσμιακών ομάδων, όπως τα έμβρυα, τα παιδιά, οι ηλικιωμένοι και τα άτομα με χρόνια νοσήματα. Η ανίχνευση μικροπλαστικών στον πλακούντα υποδηλώνει ότι η έκθεση ξεκινά ήδη από την ενδομήτρια ζωή, με άγνωστες μέχρι στιγμής μακροπρόθεσμες συνέπειες για την ανάπτυξη και την υγεία.

Τέλος, τα μικροπλαστικά λειτουργούν ως «φορείς» άλλων επιβλαβών ουσιών. Στην επιφάνειά τους μπορούν να προσκολληθούν βαρέα μέταλλα, φυτοφάρμακα και παθογόνοι μικροοργανισμοί, αυξάνοντας περαιτέρω την τοξικότητά τους και ενισχύοντας τις δυνητικά επιβλαβείς επιδράσεις τους στον ανθρώπινο οργανισμό.

Παρότι μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν επαρκή επιδημιολογικά δεδομένα που να ποσοτικοποιούν με ακρίβεια τη συνολική συμβολή των μικροπλαστικών στη νοσηρότητα του πληθυσμού, η επιστημονική κοινότητα υπογραμμίζει την ανάγκη για προληπτική δράση. Η μείωση της πλαστικής ρύπανσης, η βελτίωση της διαχείρισης των αποβλήτων, η ανάπτυξη ασφαλέστερων υλικών και η εντατικοποίηση της έρευνας αποτελούν απαραίτητα βήματα.

Τα μικροπλαστικά συνιστούν έναν αόρατο αλλά υπαρκτό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Καθώς η γνώση μας διευρύνεται, καθίσταται σαφές ότι η αντιμετώπιση της πλαστικής ρύπανσης δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική, αλλά και κατεξοχήν ιατρική και κοινωνική πρόκληση.

Ο Χαράλαμπος Μ. Μουτσόπουλος είναι ιατρός-ακαδημαϊκός

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.