Η χρήση ζωντανών ζώων σε χριστουγεννιάτικες φάτνες επανήλθε στο προσκήνιο στον Βόλο, όταν ο δήμος, με πρωτοβουία του δημάρχου Αχιλλέα Μπέου, τοποθέτησε πόνι στον χώρο της κεντρικής φάτνης στην πλατεία του Αγίου Νικολάου. Παρά τις αντιδράσεις και τις παρεμβάσεις αρμόδιων φορέων, το ζώο παρέμεινε, ενώ στη συνέχεια προστέθηκε και δεύτερο ιπποειδές.
Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο είναι σαφές. Ο νόμος 4830/2021, στο άρθρο 23, απαγορεύει τη συμμετοχή ζώων σε κάθε είδους θεάματα και παραστάσεις. Εξαίρεση προβλέπεται μόνο για εκδηλώσεις λαϊκών ή τοπικών παραδόσεων, υπό αυστηρές προϋποθέσεις: διασφάλιση της ευζωίας, υποχρεωτική παρουσία κτηνιάτρου καθόλη τη διάρκεια της εκδήλωσης, έκθεση πριν και μετά, καθώς και έγκριση από το δημοτικό συμβούλιο. Καθοριστικό στοιχείο, σύμφωνα με τις ερμηνείες του νόμου, είναι ότι πρόκειται για εκδηλώσεις περιορισμένης χρονικής διάρκειας, λίγων ωρών αλλά και αμιγώς για λαϊκές ή τοπικές παραδόσεις – και μια τέτοια δεν είναι η χρήση ζώων στη φάτνη.
Παθητική κακοποίηση
Στην περίπτωση του Βόλου, η Ειδική Γραμματεία Προστασίας Ζώων Συντροφιάς του υπουργείου Εσωτερικών απέστειλε επείγον έγγραφο προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Βόλου, κάνοντας λόγο για «παθητική κακοποίηση ιπποειδούς», καθώς το ζώο παραμένει εκτεθειμένο σε ακατάλληλο περιβάλλον επί 24 ώρες το 24ωρο και για συνολικά περίπου 30 ημέρες. Στο ίδιο έγγραφο επισημαίνεται ότι ακόμη και ενδεχόμενη κτηνιατρική έκθεση δεν μπορεί να καλύψει μια τόσο παρατεταμένη έκθεση, η οποία δεν συνάδει με τη φύση και τις ανάγκες του ζώου.
Παράλληλα, ζητείται να διερευνηθεί αν το ιπποειδές φέρει ηλεκτρονική σήμανση, αν υπάρχουν τα νόμιμα έγγραφα ιδιοκτησίας και με ποια έννομη σχέση παραχωρήθηκε στον δήμο. Αντίστοιχες αναφορές έχουν διαβιβαστεί και στον Αρειο Πάγο, καθώς και στις τοπικές εισαγγελικές Αρχές.
Θεσμική ασυνέπεια
Η υπόθεση του Βόλου αναδεικνύει τη διαφορά ανάμεσα στο γράμμα του νόμου και στην εφαρμογή του στην πράξη. Σε μια περίοδο που η πολιτεία επιχειρεί να θέσει σαφή όρια για την προστασία των ζώων, η επιμονή σε πρακτικές που δοκιμάζουν αυτά τα όρια επαναφέρει το ερώτημα της θεσμικής συνέπειας και της ευθύνης της τοπικής αυτοδιοίκησης απέναντι στο ισχύον νομικό πλαίσιο.







