Η επάνοδος του Ιωάννη Καποδίστρια στη δημόσια συζήτηση αυτές τις μέρες δεν αφορά στην πραγματικότητα την ομώνυμη ταινία, ούτε είναι μια ουδέτερη ιστορική αναπόληση.
Το όλο θέμα αποτελεί έναν καθρέφτη της πολιτικής συγκυρίας και ένα πεδίο έμμεσης αντιπαράθεσης για θεμελιώδη ζητήματα εξουσίας, κράτους και νομιμοποίησης τα οποία απασχολούν τη Δύση εντόνως πια τα τελευταία χρόνια, με όλο και περισσότερα παραδείγματα υπονόμευσης των φιλελεύθερων εγγυήσεων και με τις λεγόμενες «ανελεύθερες δημοκρατίες». Η Ελλάδα, μέσα σε αυτή τη ρευστή διεθνή κατάσταση, κάνει πρωταθλητισμό στην απόρριψη του πολιτικού συστήματος. Βλέποντας τα ποιοτικά ευρήματα των δημοσκοπήσεων του 2025 καταλήγουμε σε ποσοστά απαξίωσης του πολιτικού συστήματος σε ποσοστά της τάξεως του 70%. Σε αποτίμηση των ευρημάτων της που δημοσίευσε η Kappa Research διαβάζουμε ότι το 78% των Ελλήνων λέει πως οι πολιτικοί στη χώρα δεν είναι ειλικρινείς, το 68% λέει πως δεν είναι ηθικοί, το 63% ότι δεν έχουν τα κατάλληλα προσόντα για τη θέση τους.
Αυτό ακριβώς είναι το μομέντουμ που επαναφέρει στη «μόδα» τον Καποδίστρια, ως μια σχεδόν μεταφυσική απάντηση στο ότι το πολιτικό σύστημα δεν παράγει κύρος, εμπιστοσύνη και στρατηγικό ορίζοντα, προβάλλοντας έναν κυβερνήτη είτε ως αναγκαίο συγκεντρωτικό εκσυγχρονιστή είτε ως έναν αντιφιλελεύθερο ηγεμόνα. Εδώ η αντιπαράθεση με αναχρονισμούς δεν έχει ιδιαίτερο νόημα ως εργαλείο κατανόησης της ιστορίας, όμως προσφέρεται ως αυτοτοποθέτηση, με την ταινία να λειτουργεί, στην πραγματικότητα, ως ένας μη αντικειμενικός διαμεσολαβητής σε μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε μια «πατριωτική» και σε μια κριτική ανάγνωση της ιστορίας και, βεβαίως, στο αιώνιο πρόβλημα της εθνικής αυτοεικόνας μας. Γι’ αυτό και δεν απασχολείται με ιστορικά ερωτήματα γύρω από τον ρόλο του Καποδίστρια και των επικριτών του (τους οποίους αγνοούν επιδεικτικά οι αναλύσεις των ημερών ωσάν να μην υπήρχαν) αλλά απλώς κάνει μια ταυτοτική εξτραβαγκάντζα ως δήλωση που θα προκαλέσει αντανακλαστικές αναγωγές στο σήμερα. Στο αν, για παράδειγμα, χρειάζεται η Ελλάδα ισχυρότερο επιτελικό κράτος ή βαθύτερη θεσμική λογοδοσία και αποκέντρωση. Στο αν η επίκληση μιας κρίσης δικαιολογεί τον συγκεντρωτισμό και τον περιορισμό της ελευθερίας του λόγου κι επιβάλλει μια ηθική της ισχύος και του πατερναλισμού που έχει «καλές προθέσεις». Πράγματα που δεν αφορούν έναν άνθρωπο που κυβέρνησε 200 χρόνια πριν, αλλά τα πολύ σύγχρονα και πολύ πραγματικά αδιέξοδά μας.







