Περίοδο πολιτικής ασάφειας και εντάσεων διέρχονται οι Ηνωμένες Πολιτείες με ρήξεις και οπισθοχωρήσεις, ενώ ταυτόχρονα προκλητικές δηλώσεις δημιουργούν κλίμα υπονόμευσης της λειτουργίας της δημοκρατίας. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ μέσα σε λίγες ώρες έκανε δημόσια επίδειξη προσέγγισης σε έναν από τους πιο σφοδρούς επικριτές του, τον νεοεκλεγέντα δήμαρχο της Νέας Υόρκης Ζοράν Μαμντάνι, με έναν σπάνιο τόνο συνεργασίας και θεσμικής ευγένειας, κι έχασε ταυτόχρονα μία από τις πολυτιμότερες συμμάχους του, τη Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν, η οποία με μια αιχμηρή παραίτηση από τη Βουλή των Αντιπροσώπων επισφράγισε τη ρήξη.
Η ένταση όμως παίρνει ανησυχητικές διαστάσεις μέσα από την προκλητική ρητορική του ίδιου του προέδρου, ο οποίος καταδικάζει έξι αιρετούς Δημοκρατικούς ως «προδότες» για τη δημόσια προτροπή τους προς τους στρατιωτικούς να αρνηθούν «παράνομες εντολές», φτάνοντας να απειλεί με ποινή φυλάκισης με υπονοούμενα ακόμη και για θανατική ποινή.
«Οι προδότες που είπαν στον στρατό να μην υπακούει στις εντολές μου θα έπρεπε να βρίσκονται τώρα στη φυλακή, όχι να περιφέρονται στα δίκτυα ψευδών πληροφοριών προσπαθώντας να εξηγήσουν ότι αυτό που είπαν ήταν αποδεκτό», έγραψε ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, με κεφαλαία γράμματα, στα κοινωνικά δίκτυα. Με τον τρόπο αυτό αντέδρασε σε βίντεο που δημοσιεύθηκε την περασμένη Τρίτη, στο οποίο έξι εκλεγμένοι Δημοκρατικοί στη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία, οι οποίοι υπηρέτησαν οι ίδιοι στον στρατό ή στις μυστικές υπηρεσίες, υποδείκνυαν σε στρατιωτικούς και πράκτορες των υπηρεσιών πληροφοριών ότι μπορούν να αρνηθούν «παράνομες εντολές» της κυβέρνησης.
Αν και δεν διευκρινίζεται σε ποιες εντολές αναφέρονται, έντονες είναι οι επικρίσεις που έχουν δεχθεί ο πρόεδρος Τραμπ και ο υπουργός Αμυνας Πιτ Χέγκσεθ για τον τρόπο που «χρησιμοποιούν» τις ένοπλες δυνάμεις. Σε προηγούμενο μήνυμά του, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε κατηγορήσει τους αιρετούς αυτούς για «στασιαστικές συμπεριφορές, που τιμωρούνται με τη θανατική ποινή!». «Απολύτως ατιμωτικό», ήταν η αντίδραση του Δημοκρατικού Κόμματος στο X.
Ο αποπροσανατολισμός στη δίνη μιας έκδηλης πολιτικής ασάφειας έγινε ιδιαίτερα αισθητός την Παρασκευή, όταν ο πρόεδρος έπλεξε το εγκώμιο του Μαμντάνι που τον επισκέφθηκε στον Λευκό Οίκο. Σχεδόν ταυτόχρονα μία από τις πιο ένθερμες συμμάχους του, η Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν, ανακοίνωνε την απόφασή της να εγκαταλείψει την έδρα της στη Βουλή, στις 5 Ιανουαρίου. Αν και η ρήξη με τον Τραμπ έμοιαζε οριστική, λίγοι περίμεναν ότι θα έκλεινε έτσι θεαματικά την πόρτα, δημοσιεύοντας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μια δριμεία τετρασέλιδη επιστολή.
Οπως υπενθυμίζει η «Monde», η Γκριν υπήρξε στυλοβάτης του κινήματος Make America Great Again (MAGA), στο οποίο στηρίχθηκε ο Τραμπ για να ανέλθει στην εξουσία το 2016 και ακόμη περισσότερο το 2024. Υπερσυντηρητική και θιασώτρια θεωριών συνωμοσίας, υπερασπίστηκε με πάθος – κόντρα σε κάθε απόδειξη – τον ισχυρισμό ότι ο Τραμπ είχε νικήσει τον Τζο Μπάιντεν στις προεδρικές εκλογές του 2020. Τα πρώτα σημάδια διαφωνίας εμφανίστηκαν σε διεθνή ζητήματα, επεκτάθηκαν στα εσωτερικά θέματα και οριστικοποιήθηκαν τελικά για ζητήματα ηθικά.
Η επίθεση της Γκριν, η οποία επέκρινε τη διαρκή κυριαρχία των ελίτ της Ουάσιγκτον, έπληξε στον πυρήνα του τον τραμπισμό, κατηγορώντας τον πρόεδρο ότι δεν υλοποίησε τις αντισυστημικές υποσχέσεις του στους ψηφοφόρους. Η παραίτηση, που ο Τραμπ χαρακτήρισε «υπέροχη είδηση για τη χώρα», ήρθε σε πλήρη αντιπαραβολή – αν και δεν συνδέονταν – με τη σκηνή που εκτυλίχθηκε στον Λευκό Οίκο το απόγευμα της Παρασκευής, στη συνάντηση Τραμπ – Μαμντάνι, την οποία ο πρόεδρος χαρακτήρισε «παραγωγική».
Πιθανά σημεία τριβής παραμερίστηκαν και οι αναλυτές έσπευσαν να επιχειρήσουν εξηγήσεις επισημαίνοντας ότι οι δύο άνδρες βρήκαν σαφώς κοινό συμφέρον στη δημόσια προβολή μιας καλής σχέσης είτε από πολιτική σκοπιά – αναδεικνύοντας τον Μαμντάνι σε βασικό συνομιλητή του, ο Τραμπ τού δίνει πολιτικό βάρος που θα φέρει σε δύσκολη θέση άλλους ηγέτες των Δημοκρατικών – είτε γιατί, όπως σχολίασαν κάποιοι, ο Τραμπ έμοιαζε ειλικρινά έκπληκτος και εντυπωσιασμένος από τον νεοεκλεγέντα δήμαρχο.







