Δεν ξέρω ακριβώς τι, αλλά κάτι μοιάζει να έχει ξεκουρδιστεί στην πολιτική (με την ευρύτερη έννοια) σκηνή της χώρας. Σαν κάπως να έχει πειραχτεί η στοιχειώδης λογική και τα στοιχειώδη προσχήματα. Σαν κάποιοι να θεωρούν ότι δεν έχουν να δώσουν λογαριασμό παρά μόνο στον εαυτό τους. Σαν να μιλάνε μόνοι τους και τους αρκεί που ακούνε τη φωνή τους. Σαν σε ένα έργο με πολλούς ρόλους που, ενώ θα έπρεπε να αλληλοεπιδρούν, ο καθένας να κάνει τον δικό του μονόλογο. Και όλο αυτό πλασάρεται ως πολιτική κινητικότητα. Κάτι να καίει ενώ, στην πραγματικότητα, καίγονται τα μπατζάκια μας.
Από πού να αρχίσω; Ας αρχίσω από τον υπουργό Υγείας. Λίγες μέρες μετά το μακελειό στα Βορίζια, ο Αδωνις Γεωργιάδης θεώρησε ότι είναι το σωστό timing για να δηλώσει ότι τάσσεται υπέρ της οπλοκατοχής, υπέρ του αμερικάνικου μοντέλου όπως, μάλιστα, διευκρίνισε. Δεν τραγουδούσε καλύτερα έξω φωνή το «Μαλάμω με τη φούρια σου, βάρα τα κουμπούρια σου»; Οπλα νόμιμα με άλλοθι την αυτοάμυνα; Σε μια χώρα που ο πελάτης βγάζει φαλτσέτα στον ιδιοκτήτη της ταβέρνας επειδή δεν ήταν ψημένα όπως ήθελε τα παϊδάκια; Την ώρα που είναι μείζον θέμα το πώς θα αφοπλιστούν οι θερμοκέφαλοι Κρητικοί; Οπλο στο σπίτι – κι ας είναι κρυμμένο στου βοδιού το μάτι – όταν η βία των ανηλίκων τροφοδοτεί κάθε μέρα, με ακραία περιστατικά, τα δελτία ειδήσεων; Ναι, προσωπική του γνώμη αλλά, όταν συμμετέχεις σε μία κυβέρνηση, την προσωπική σου γνώμη, αν δεν την αλλάζεις, την καταπίνεις.
Οπως θα έπρεπε να καταπιεί και την προσωπική του γνώμη περί Τραπεζών ο δήμαρχος της Πάτρας, αφού μία άλλη προσωπική του επιλογή ήταν να μπουν σχολεία της πόλης του στο πρόγραμμα «Μαριέττα Γιαννάκου» που χρηματοδοτείται από Τράπεζες (η αίτηση για ένταξη γίνεται από τους δήμους). Ας έλεγε από την αρχή ότι δεν τα θέλει τα βρώμικα λεφτά τους. Αν τραγουδούσε μάλιστα και «Τι τα θέμε τα βιβλία, τι τα θέμε τα σχολειά, να τα κάνουμε αλέτρια να δουλεύει η αγροτιά» μπορεί και να του έκανα δεύτερη φωνή. Οχι όμως να κατεβάζει τις ταμπέλες αφού ο δήμος έχει εισπράξει το παραδάκι. Εκτός κι αν του ήρθε ο γκαϊλές καθυστερημένα, οπότε ίσως έχουμε και συνέχεια. Να πάρει σβάρνα ο δήμαρχος τη λεωφόρο Συγγρού και να ξηλώνει τις ταμπέλες της οδοσήμανσης. ‘Η να σοβαντίσει την είσοδο του Ζαππείου να μη φαίνεται το όνομα και συγχύζεται. Διότι κι ο Συγγρός κι ο Ζάππας, κάτι σαν Τράπεζες της εποχής τους ήταν. Και μαζί με κάποιους άλλους «τρελούς» συνετέλεσαν στην ανασύσταση της χώρας δίνοντας μια άλλη, πολύ σπουδαία, διάσταση στην έννοια της εθνική ευεργεσίας. Οπως, ας πούμε, ο Καραμανδάνης, ο πλούσιος σταφιδέμπορας που έχτισε το νοσοκομείο στην Πάτρα στη μνήμη του γιου του.
Οι αναμνήσεις ξαναγυρίζουνε
Εν τω μεταξύ, η «πολυκατοικία» που κάποτε έφερε στην πρόσοψή της την επιγραφή ΣΥΡΙΖΑ, αναπνέει υπό τας φιλύρας των αναμνήσεων. Σαν να λέμε «…στη βρύση τη βουνίσια, σιμά είν’ η φλαμουριά». Είναι και αυτή η επέτειος του «πραξικοπήματος του μπουζουξίδικου». Κι εγώ που έχω σούρει τα εξ αμάξης στον Κασσελάκη, οφείλω να ομολογήσω ότι η συμπεριφορά των πρώην συντρόφων του είναι η επιτομή της πολιτικής βαρβαρότητας. Οπως και ο δήμαρχος Πελετίδης, αφού πρώτα εκταμίευσαν τη λάμψη του Miami Vice, μετά τον «ξεκρέμασαν» σαν σκουριασμένη πινακίδα.
Και τώρα, ο πάλαι ποτέ «μικρός Ιησούς» του κόμματος, δημοσιοποιεί, με τη μέθοδο της σταγόνας, αποσπάσματα από την προς κυκλοφορία Βίβλο του. Διαβάζοντάς τα μάλιστα ο ίδιος. Ετσι ακούσαμε ότι αντιμετώπισε στην πολιτική του πορεία κόμπους το βάρος των οποίων (έχουν οι κόμποι βάρος;) ήταν πολύ μεγαλύτερο από αυτό που θα άντεχε να σηκώσει ένας άνθρωπος μόνος του. Εκείνος όμως άντεξε να υποθέσω; Γιατί αυτός δεν ήταν άνθρωπος, ήταν χιονάνθρωπος ίσως;







