Οπως συστήνεται η ίδια, μεγάλωσε στη Νέα Σμύρνη ακούγοντας Νιλ Γιανγκ και Μπομπ Ντίλαν, ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη λογοτεχνική μετάφραση και έχει γράψει δύο μονογραφίες για τους Beatles και τους Clash. Ωστόσο κάποιες παλιές αγάπες για τις ιστορίες ντετέκτιβ την ώθησαν να γράψει την τριλογία των ιστοριών μεταξύ μουσικής και εγκλήματος που εξιχνίασε ο αστυνόμος Χάρης Νικολόπουλος. Το τέταρτο αστυνομικό της «Ενοχος μέχρι αποδείξεως του εναντίου» έλαβε την ειδική διάκριση στα κρατικά βραβεία 2022, καθώς προάγει τον διάλογο πάνω σε ευαίσθητα κοινωνικά θέματα. Η Χίλντα Παπαδημητρίου συνεχίζει να πληκτρολογεί, ψάχνοντας να υφάνει κρυμμένες αλήθειες.

Πώς και ασχολήθηκες με τα αστυνομικά;

Η μητέρα μου είχε μανία με τα αστυνομικά βιβλία. Διάβαζε τα παλπ περιοδικά, «Μάσκα», «Μυστήριο», που υπήρχαν τη δεκαετία του ’60. Ο μπαμπάς μου ως αριστερός έλεγε «τι βλακείες αμερικανιές είναι αυτά» και τα διάβαζα κρυφά. Αλλά τη χρονιά που ετοιμαζόμουν να δώσω Νομική, βγαίνοντας από το φροντιστήριο, πήγαινα σε ένα περίπτερο, έπαιρνα μια Αγκαθα Κρίστι και τη διάβαζα μέσα στη μέρα. Εκείνη την περίοδο γίνονταν και πολλές προβολές στην κινηματογραφική λέσχη που ήταν στην Κανάρη και είχε αφιερώματα στις ταινίες νουάρ. Εκεί άκουσα για πρώτη φορά την ιδεολογική τεκμηρίωση του αστυνομικού, δηλαδή ότι και στον Μπρεχτ άρεσαν τα αστυνομικά και στον Γκράμσι και στον Μπόρχες. Οπότε μέσα μου δημιουργήθηκε η αποδοχή και δεν ντρεπόμουν να τα διαβάζω. Ηταν και η εποχή της δεκαετίας του ’80, όταν όλες οι καλές εκδόσεις έβγαζαν καλά αστυνομικά. Το ίδιο διάστημα είχα ξεκινήσει σεμινάρια δημιουργικής γραφής με την Αργυρώ Μαντόγλου, μας ζήτησε το προσχέδιο για ένα βιβλίο και μου ήρθε έτσι μια ιστορία αστυνομική. Ετσι αυθόρμητα βγήκε από μέσα μου το αστυνομικό.

Ερμηνεύεις και στοιχεία της πραγματικότητας σαν να πρόκειται για αστυνομική ιστορία;

Μ’ αρέσει το αστυνομικό – κοινωνικό, καθώς έχω διαβάσει και τη θεωρία του αστυνομικού. Αυτό που έχει και τις πολιτικές του προεκτάσεις, δηλαδή διαβάζεις για ένα έγκλημα και για να καταλάβεις τι συμβαίνει πρέπει να ξέρεις και τις κοινωνικές συνθήκες. Δεν μου αρέσει το «ποιος το έκανε», όπου είναι ο ντετέκτιβ που μετράει, ας πούμε, τη στάχτη του τσιγάρου και συμπεραίνει από τα στοιχεία του Εγκληματολογικού ότι δεν είναι δολοφόνος αυτός που θεωρείται ύποπτος. Πιο πολύ μου αρέσουν αυτά τα hard boiled που ξεκίνησε ο Ρέιμοντ Τσάντλερ και ο Ντάσιελ Χάμετ και ο Ρος ΜακΝτόναλντ.

Προσωπικά αυτό που ήθελα να γράψω ήταν ένα μουσικό αστυνομικό. Είχα κάνει τη σκέψη ότι ο καθένας μας έχει κάτι το οποίο για αυτόν είναι πολύτιμο. Για άλλους μπορεί να είναι οι πίνακες ζωγραφικής, για άλλους είναι τα σπάνια βιβλία. Για το δικό μου περιβάλλον ήταν οι δίσκοι. Είχα – από τη μεριά του πατέρα μου – και ένα δισκάδικο, για μια εποχή. Οπότε θέλησα να γράψω για δολοφόνους που κυνηγάνε τους σπάνιους δίσκους. Συγχρόνως ήθελα να γράψω και για το κλείσιμο των δισκάδικων, γιατί όταν ξεκίνησα να γράφω το πρώτο μου αστυνομικό δεν υπήρχε η επιστροφή στο βινύλιο. Το δεύτερο βιβλίο μου ήταν για τα νεανικά συγκροτήματα. Εφηβική μου παρέα ήταν οι Φατμέ και έτσι ήξερα πολλά παιδιά με τις κιθάρες τους που ήθελαν να φτιάξουν συγκροτήματα. Το τρίτο είχε να κάνει με το ραδιόφωνο. Γιατί εμείς μεγαλώσαμε με το ραδιόφωνο, με τον Πετρίδη βέβαια και ακούγοντας ανεξάρτητους ραδιοφωνικούς σταθμούς. Οι οποίοι δεν υπάρχουν πια. Προέκυψε λοιπόν μια τριλογία αστυνομικομουσική. Το αστυνομικό δηλαδή ήταν πιο πολύ πρόφαση για να πω και κάποια πράγματα που είχαν σχέση με τους πυλώνες της μουσικής: τα δισκάδικα, τα νεανικά συγκροτήματα, τους ανεξάρτητους ραδιοφωνικούς σταθμούς.

Στο τέταρτο και πιο πρόσφατο βιβλίο σου απομακρύνθηκες από τη μουσική;

Ηθελα να γράψω για τις κακοποιημένες γυναίκες. Αυτό το ξεκίνησα από το ’17, δηλαδή πριν ξεκινήσει το ΜeΤoo. Με απασχολούσε πολύ το θέμα αυτό επειδή είχαμε στο σπίτι μας κάποιες κυρίες αλλοδαπές ως οικιακές βοηθούς. Οι δικές τους περιπτώσεις με κινητοποίησαν πολύ και για το θέμα του σεξουαλικού trafficking.

Σε αυτό το βιβλίο ο ήρωάς μου είναι ο ίδιος με τα τρία προηγούμενα, έχει παραιτηθεί από την Αστυνομία, ζει στη Ναύπακτο με το σκυλί του και αναγκάζεται να γυρίσει στην Αθήνα γιατί η μητέρα του πάσχει από Αλτσχάιμερ πρόωρης εκδήλωσης. Βρίσκεται στην Αθήνα του 2012, που είναι το χειρότερο σημείο της κρίσης. Βρίσκεται στη Σταδίου, όπου όλα τα μαγαζιά είναι κλειστά. Βλέπει ανθρώπους να παίρνουν τρόφιμα από τα σκουπίδια. Καθώς βάζει τη μητέρα του σε έναν οίκο ευγηρίας, γνωρίζει μια ψυχολόγο, η οποία είναι επίσης υπεύθυνη ενός σπιτιού για κακοποιημένες γυναίκες και για θύματα trafficking. Γίνονται φίλοι, συνδέονται, κάποια μέρα τον παίρνει τηλέφωνο έντρομη, του λέει να τρέξει να τη βρει, εκείνος πάει στο σπίτι της και τη βρίσκει σφαγμένη. Ετσι ξεκινάει να βρει τι συνέβη. Μόνο που όταν βρίσκει την ψυχολόγο γεμίζει με το αίμα της και ειδοποιώντας την Αστυνομία – ο ίδιος είναι πλέον πρώην αστυνομικός – όλοι νομίζουν ότι εκείνος έχει διαπράξει τον φόνο της. Ηθελα δηλαδή ο ήρωας από αστυνομικός να βρεθεί στην άλλη πλευρά. Από διώκτης να είναι διωκόμενος. Κρύβεται, μένει ένα βράδυ σε ξενοδοχείο στην Πλατεία Θεάτρου και γνωρίζει πρόσφυγες, ναρκομανείς και κατόπιν τον φιλοξενεί στο σπίτι της μια τραβεστί. Ετσι έρχεται αντιμέτωπος με την άλλη πλευρά της κοινωνίας. Στο τέλος καταφέρνει να εξιχνιάσει το έγκλημα της ψυχολόγου, αλλά και να ξεσκεπάσει ένα ολόκληρο κύκλωμα.

Πού βασίστηκες για να γράψεις μία ιστορία για το trafficking;

Το βιβλίο μού πήρε πολύ χρόνο επειδή έκανα πολλή έρευνα για τις προσφυγικές πολυκατοικίες στον Νέο Κόσμο, για το θέμα του trafficking και των προσφύγων. Βρήκα στατιστικά στοιχεία από τις πτυχιακές εργασίες φοιτητριών από το Πανεπιστήμιο της Πελοποννήσου για το πόσες γυναίκες ήρθαν από το 2000 μέχρι το 2010. Βρήκα τον νόμο για την οργάνωση των καταφυγίων. Εκανα μεγάλη έρευνα ώστε αυτό που θα γράψω να είναι τεκμηριωμένο. Η κυκλοφορία του βιβλίου συνέπεσε με την εποχή που ξεκίνησε το κίνημα του ΜeΤoo. Η κοινωνική προέκταση αυτών των θεμάτων δεν σταμάτησε να με απασχολεί. Συμμετέχω μαζί με άλλες γυναίκες συγγραφείς στο Δίκτυο γυναικών συγγραφέων κατά της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών «Η φωνή της». Είμαστε περισσότερες από διακόσιες συγγραφείς και εκτός από εκδηλώσεις που διοργανώνουμε, πενήντα τρεις από εμάς γράψαμε από ένα διήγημα, τα δώσαμε στον Καστανιώτη και βγήκε ένας τόμος με τίτλο «Η φωνή της». Τα έσοδα από τα δικαιώματα του βιβλίου δίνονται στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο κατά της Βίας.

Παρ’ όλα αυτά, ήρωάς σου είναι ένας άντρας, δεν έβαλες μια γυναίκα ντετέκτιβ.

Με ενδιαφέρει μία αστυνομική ιστορία να μην έχει το «male gaze». Δηλαδή να μην έχει την ηδονοβλεπτική ματιά. Να σου πω την αλήθεια, τότε που έγραψα το πρώτο βιβλίο, δεν ήξερα ακριβώς αν το γράφω για να εκδοθεί. Τα έκανα όλα ενστικτωδώς. Τώρα στο τελευταίο βιβλίο έχω βάλει και μια γυναίκα, η οποία είναι διαφορετική από τον ήρωά μου. Ο ήρωάς μου είναι ήρεμος άνθρωπος, καλόβολος. Εκείνη, η Αΐντα Μητροπούλου, είναι το αντίθετο. Βρίσκεται μέσα στην Αστυνομία και τον βοηθάει σε όλη τη διαδικασία γιατί αυτός είναι παράνομος και ψάχνει διάφορες πληροφορίες. Η Αΐντα είχε πρωτοεμφανιστεί σε ένα συλλογικό μυθιστόρημα, το «Αποκάλυψη», που το υπογράψαμε τέσσερις συγγραφείς του αστυνομικού – μαζί με τους Κυριάκο Αθανασιάδη, Δημήτρη Σίμο, Βαγγέλη Γιαννίση. Σε αυτό το βιβλίο ένιωθα ότι χρειάζεται και μια άλλη, πιο γυναικεία οπτική και έτσι βγήκε η Αΐντα που ήταν μαγκάκι.

Σπάνια έως καθόλου συναντάμε γυναίκα να πρωταγωνιστεί σε ελληνικό αστυνομικό.

Αυτός που έχει κεντρική ηρωίδα μια γυναίκα είναι ο Γρηγόρης Αζαριάδης. Αλλά είναι λίγο στερεοτυπική. Πολύ σέξι δηλαδή. Αλλον δεν θυμάμαι. Μπορεί και να μου διαφεύγει και κάποιον να τον αδικώ. Στο εξωτερικό όμως έχουμε ωραία σοδειά. Ενα πράγμα που με ενδιαφέρει πολύ είναι οι χαμένες συγγραφείς των αστυνομικών. Τις δεκαετίες του ’40 και του ’50 υπήρχαν πολλές γυναίκες που έγραφαν αστυνομικά. Είχαν πάρει ώθηση από την Αγκαθα Κρίστι, αλλά και από την Αμερικανίδα Πατρίσια Γουέντγουορθ που στη δεκαετία του ’20 η ηρωίδα της ήταν μια γκουβερνάντα που ως άτυπη ντετέκτιβ εξιχνίαζε υποθέσεις. Το ενδιαφέρον είναι ότι μέχρι και τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οι ηρωίδες των αγγλικών κυρίως αστυνομικών είναι μοναχικές γυναίκες. Συνήθως πρόκειται για νταντάδες επειδή λόγω του πολέμου σκοτώθηκαν τόσα εκατομμύρια άντρες και οι γυναίκες έμειναν είτε ανύπαντρες είτε έχασαν τον σύντροφό τους. Οπότε αυτές οι γυναίκες από ‘κεί που ασχολούνταν με τα οικιακά ξαφνικά αναγκάστηκαν να βγουν εκτός της οικίας τους συμμετέχοντας στην κοινωνία. Και επειδή είχαν χρόνο στη διάθεσή τους παρατηρούσαν τους ανθρώπους στην κάθε τους λεπτομέρεια.

Για να αντιληφθεί κάποιος την πολιτική σήμερα θα πρότεινες την ανάγνωση αστυνομικών ιστοριών;

Τώρα περισσότερο από ό,τι στο παρελθόν. Ισως επειδή δεν γράφονται πια κοινωνικά μυθιστορήματα, πολύ λίγοι είναι αυτοί που ασχολούνται με το τι γίνεται γύρω μας. Στο αστυνομικό βρίσκεις άμεσα απαντήσεις σε πάρα πολλά πράγματα. Οπως για παράδειγμα με το Brexit, έχουν γραφτεί κάμποσα αστυνομικά. Υπέρ και κατά.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail