Ο τρόπος συγκρότησης του Υπουργικού Συμβουλίου δείχνει ότι πρωταρχικός στόχος της νέας κυβέρνησης είναι η επιτάχυνση της ανάπτυξης της χώρας. Το πλήθος των ειδικών από διάφορους χώρους, που αξιοποιήθηκαν ως υφυπουργοί, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις, αναμένεται ότι θα αποτελέσει την εμπροσθοφυλακή στον αγώνα δρόμου που πρέπει να διανυθεί με μεγάλη ταχύτητα για την αντιμετώπιση όλων των κρίσιμων ζητημάτων της ελληνικής οικονομίας.

Επίσης, στους τομείς στους οποίους η χώρα μας έχει πλεονεκτήματα, όπως η ενέργεια, η ναυτιλία, ο τουρισμός και η αγροδιατροφική παραγωγή κ.ά., φαίνεται να αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία καθώς στελεχώνονται με πολιτικά πρόσωπα πρώτης γραμμής.

Βεβαίως, πάνω από όλα το ζήτημα που τίθεται και απαιτεί μεγάλη πολιτική δεξιοτεχνία και διαπραγματευτική δεινότητα είναι η κατάρτιση του νέου προϋπολογισμού της χώρας.

Εκεί, πρέπει να καταγραφούν οι προαναγγελθείσες φορολογικές απαλλαγές και ταυτόχρονα να τηρηθεί η δημοσιονομική ισορροπία με το πρωτογενές πλεόνασμα του 3,5% ΑΕΠ, χωρίς περικοπές στις δημόσιες δαπάνες και χωρίς, όπως γινόταν στο παρελθόν, μειώσεις στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων.

Καθώς τα δημοσιονομικά περιθώρια έχουν εξαλειφθεί με την προεκλογική δημοσιονομική «χαλάρωση» και μάλιστα, όταν αμφισβητείται αν θα επιτευχθεί το 3,5% του ΑΕΠ ως πρωτογενές πλεόνασμα για το 2019, η προσπάθεια, όχι μόνο της κατάρτισης προϋπολογισμού του 2020, αλλά και της εκτέλεσής του τη φετινή χρονιά, φαίνεται να παρουσιάζει μεγάλες δυσκολίες.

Οπως είναι προφανές, τα περιθώρια μείωσης της φορολογίας και των ασφαλιστικών εισφορών είναι αναγκαστικά περιορισμένα. Για τον λόγο αυτό πρέπει να εξαντληθούν όλες οι δυνατότητες, γιατί η μείωση της φορολογίας και των ασφαλιστικών εισφορών είναι αυτή που θα δώσει την πρώτη και αποφασιστική ώθηση στην επενδυτική διάθεση των επιχειρήσεων, εγχωρίων και ξένων, καθώς οι άλλες διαρθρωτικές αλλαγές, όπως το άνοιγμα των αγορών, οι ιδιωτικοποιήσεις, η ταχύτητα λήψης αποφάσεων από τη διοίκηση και τη δικαιοσύνη, η αύξηση της τραπεζικής χρηματοδότησης με μείωση των κόκκινων δανείων κ.ά. απαιτούν χρόνο για να αποδώσουν.

 

Συνεπώς, είναι απολύτως απαραίτητο να γίνει μεγάλη προσπάθεια στην κατεύθυνση της μείωσης του πρωτογενούς πλεονάσματος, ώστε να δοθεί μεγαλύτερο περιθώριο μείωσης της φορολογίας για να τονωθεί η οικονομική δραστηριότητα. Θα πρέπει να πεισθούν οι εταίροι και δανειστές μας ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να διευρυνθούν οι αναπτυξιακές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας, παρά μόνο με την προαναγγελθείσα από τη νέα κυβέρνηση, μείωση της φορολογίας.

Η αποφασιστικότητα του νέου κυβερνητικού σχήματος για την ολοκλήρωση των εκκρεμουσών ιδιωτικοποιήσεων και των άλλων διαρθρωτικών αλλαγών και η ανάκτηση της εμπιστοσύνης των αγορών είναι αυτά που μπορεί να πείσουν και τους πιο δύσπιστους δανειστές και εταίρους μας, όπως την καγκελάριο της Γερμανίας, ότι πρέπει να δοθεί τέλος στην υπερφορολόγηση προκειμένου να επιτευχθεί το πρωτογενές πλεόνασμα.

Μόνο έτσι η χώρα μας θα «ξεκολλήσει» από την αναιμική μεγέθυνση και θα είναι και σε καλύτερη θέση να «ξεπληρώσει», μεταξύ άλλων, και το υπέρογκο χρέος της.

 

Ο Ναπολέων Μαραβέγιας είναι καθηγητής Οικονομίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και πρώην υπουργός