Στην Τσαγκαράδα φτάνεις πολύ πριν μπεις στο χωριό. Η μύηση στον κόσμο της ξεκινά ήδη από τον Βόλο, καθώς κάθε στροφή του δρόμου της, με τα πυκνά δέντρα, σε βάζει όλο και πιο βαθιά στο βουνό που αποτελούσε το μυθικό σπίτι των Κενταύρων. Ένα χωριό χτισμένο μέσα σε ένα δάσος από καστανιές,  οι οποίες ανεβαίνοντας υψόμετρο, δίνουν τη θέση τους στις οξιές, και πιο χαμηλά, εκεί που ξεκινούν οι αυλές των σπιτιών, το μάτι πλημμυρίζει από καμέλιες, ορτανσίες, γαρδένιες.

«Στη χερσόνησο του Πηλίου έχουν καταγραφεί περίπου 1.500 διαφορετικά είδη φυτών και δέντρων, καθώς και μια ποικιλία 3.000 βοτάνων», μας λέει ο κ. Νικόλαος Μέλης, επιβεβαιώνοντας με αριθμούς αυτό που αντικρίζαμε κοιτώντας γύρω μας, μόλις φτάσαμε στην Τσαγκαράδα, τον πρώτο προορισμό της περιήγησής μας.

Το ταξίδι μας έγινε στο πλαίσιο της καμπάνιας προβολής του Υπουργείου Τουρισμού με τίτλο «Ορεινή Ελλάδα. Σε πάει ψηλά. Όλο τον χρόνο».  Στοχεύει στην ενίσχυση της αναγνωρισιμότητας των ορεινών προορισμών, προβάλλοντας  την ανάδειξη εμπειριών που σχετίζονται με τη φύση, την ευεξία και τον αθλητισμό, τη γαστρονομία, την ιστορία και τον πολιτισμό.

H καμπάνια αναδεικνύει την ορεινή Ελλάδα ως προορισμό που προσφέρει όχι μόνο αναψυχή, αλλά και εσωτερική ισορροπία, δίνοντας τη δυνατότητα στον επισκέπτη κάθε ηλικίας, να αποσυνδεθεί από την καθημερινότητα και να επανασυνδεθεί με τη φύση.

Τα μοναδικά μονοπάτια της Τσαγκαράδας

Από την πρώτη στιγμή λοιπόν, αντιλαμβάνεται κανείς πως η φύση αποτελεί δομικό στοιχείο της Τσαγκαράδας. Τα σπίτια είναι αραιά, σε απόσταση μεταξύ τους.  Διαθέτουν μεγάλους κήπους και εκτάσεις, όπου οι νοικοκυραίοι με φροντίδα καλλιεργούν τα φυτά και τα λουλούδια τους.

Κάποτε, το χωριό αποτελούνταν από επτά αυτόνομες συνοικίες. Σήμερα, έχουν συμπτυχθεί σε τέσσερις (Αγία Παρασκευή, Άγιοι Ταξιάρχες, Άγιος Στέφανος, Αγία Κυριακή), η κάθε μία εκ των οποίων είναι οργανωμένη γύρω από τη δική της πλατεία, τις εκκλησίες, τις κρήνες, τους μύλους και τις νεροτριβές της.

Αυτό είναι και το πρώτο που πρέπει να έχει κανείς στο νου του για να καταλάβει το πόσο σημαντικά ήταν -και είναι-, για την Τσαγκαράδα τα μονοπάτια και τα καλντερίμια. Σε αντίθεση με άλλα μέρη, δεν αποτελούν τουριστική ατραξιόν, αλλά το μέσο σύνδεσης των διαφόρων συνοικιών. Κάτοικοι, εργαζόμενοι και μαθητές εξακολουθούν να τα χρησιμοποιούν καθημερινά  γι’ αυτό και η τοπική κοινότητα, ο Τουριστικός και Αναπτυξιακός Σύλλογος, αλλά και εθελοντές φροντίζουν ώστε να μένουν πάντα καθαρά και ανοιχτά.

Η Τσαγκαράδα προσφέρει ένα από τα πιο ευέλικτα πεζοπορικά περιβάλλοντα στην Ελλάδα, καθώς ο επισκέπτης μπορεί να κινηθεί σε μικρά τμήματα, διάρκειας μισής ώρας, να συνδέσει συνοικίες, να επεκτείνει τη διαδρομή του προς τις παραλίες ή να διαμορφώσει κυκλικές πορείες που φτάνουν ακόμη και τα 12 χιλιόμετρα, με σημαντικές υψομετρικές εναλλαγές. Η απλώς να μπει και να σταθεί. Να καθίσει και να αγναντέψει τη θέα γύρω του ή να διαβάσει ένα βιβλίο κάτω από μια καστανιά. Ο απώτερος στόχος είναι η σύνδεση με τη φύση.

Από τους Ταξιάρχες στον πλάτανο της Αγίας Παρασκευής

Οδηγός μας στον κόσμο αυτών των μονοπατιών είναι ο Νικόλαος Μέλης, εμψυχωτής υπαίθριων δραστηριοτήτων, ο οποίος ξεκινά προτείνοντας, για τον επισκέπτη που θέλει μια πρώτη γνωριμία με την Τσαγκαράδα, τη διαδρομή των 2 περίπου χιλιομέτρων που συνδέει τους Ταξιάρχες με την Αγία Παρασκευή.

Ξεκινώντας από την πλατεία των Ταξιαρχών, με την περίφημη τετράκρηνη μαρμάρινη βρύση και την ιστορική εκκλησία με το σπάνιο ξυλόγλυπτο τέμπλο του 1749, η πορεία είναι κυρίως κατηφορική, με μια ομαλή υψομετρική διαφορά 150 μέτρων.

Είναι ένας περίπατος εύκολος, τον οποίο μπορεί να κάνει ο καθένας, με ανοίγματα που «βλέπουν» στο Αιγαίο, τις Σποράδες και τη Χαλκιδική, αλλά και αρχιτεκτονικά τοπόσημα, όπως το ερειπωμένο Καρτάλειο Δημοτικό Σχολείο, τη Νανοπούλειο Σχολή και την Αχιλλοπούλειο Σχολή, κτίρια χαρακτηρισμένα ως μνημεία από το Υπουργείο Πολιτισμού.

Η διαδρομή καταλήγει στην πλατεία της Αγίας Παρασκευής με τον ξακουστό πλάτανο, ο οποίος προσφέρει τη σκιά του σε κατοίκους και περαστικούς για περισσότερα από χίλια χρόνια. Απαραίτητη η στάση στο καφενείο για ελληνικό καφέ ή τσίπουρο με μεζέδες.

Προς τη γραφική παραλία της Νταμούχαρης

Μία από τις πιο δημοφιλείς διαδρομές είναι εκείνη που οδηγεί προς την παραλία της Νταμούχαρης. Μπορεί κανείς να επιλέξει τη μικρότερη που ξεκινά από την Αγία Παρασκευή, ή να κάνει τον πιο μεγάλο κύκλο από τις Μηλιές.

Ο ιστορικός αυτός δρόμος περνά διαδοχικά από τις δύο κεντρικές συνοικίες, συνεχίζει προς την τρίτη και χαμηλότερη, την Αγία Κυριακή, και αφού προσπεράσει και τον τελευταίο μικρό οικισμό, αφήνει πίσω της τα σπίτια για να βυθιστεί ολοκληρωτικά στο πηλιορείτικο ανάγλυφο.

Καθώς πλησιάζει προς την Νταμούχαρη, το υψόμετρο πέφτει και το τοπίο αλλάζει αισθητά. Οι άγριες καστανιές χάνονται και ξαφνικά ολούθε αντικρύζεις χαμηλότερη βλάστηση. Αγριελιές, πουρνάρια, τα οποία το καλοκαίρι προσφέρουν πολύτιμη δροσιά.

Το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής κινείται πάνω στο παλιό, παραδοσιακό καλντερίμι, ένα σχετικά σκληρό πεδίο με έντονες κατηφόρες γι’ αυτό και προτείνονται τα ειδικά μπαστούνια πεζοπορίας. Για όποιον έχει τη διάθεση, η διαδρομή μπορεί να συνεχιστεί από την Νταμούχαρη προς τις παραλίες Παπά Νερό, Άη Γιάννη και Πλάκα. Από εκεί, ο δρόμος ανηφορίζει προς τα χωριά Ανήλιο και Κισσός.

Η δύσκολη διαδρομή-εμπειρία προς τη Φακίστρα

Μια πιο απαιτητική διαδρομή είναι εκείνη που κατηφορίζει από τη συνοικία των Αγίων Ταξιαρχών μέχρι την απομονωμένη παραλία της Φακίστρας. Το μονοπάτι διασχίζει την περιοχή της Καραβοστασιάς, έναν μεγάλο, άγριο όρμο ανάμεσα στις παραλίες Μυλοπόταμος και Φακίστρα, και οδηγεί στη δεξιά κορυφή του κόλπου, εκεί όπου βρισκόταν η πρώτη, ιστορική θέση του χωριού, το Παλιόκαστρο.

Πρόκειται για μια βυζαντινή οχυρή θέση που άκμασε επί Ενετοκρατίας, μέχρι που γύρω στα 1500 οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να ανηφορίσουν ψηλότερα στο βουνό για να γλιτώσουν από τις επιδρομές. Σήμερα διασώζονται ελάχιστα ίχνη τοίχων.

Περιήγηση στις δύσβατες περιοχές του Κισσού

Χτισμένος σε ένα υψόμετρο που ξεκινά από τα 560 μέτρα, ο Κισσός, ανατολικά της Τσαγκαράδας, αποτελεί το ιδανικό ορμητήριο για περιπέτειες, όπως αυτές που μπορεί να μας προσφέρει ο Ανέστης Αλτίνης. Οδηγώντας μας με τα ειδικά, τροποποιημένα οχήματα 4×4 που διαθέτει ανεβαίνει δύο παράλληλες τροχιές, οι οποίες ξεκινούν από την πλατεία του χωριού, διασχίζουν το Μέγα Ρέμα και ανηφορίζουν την απέναντι πλαγιά.

Η πρώτη διαδρομή, γνωστή ως θέση «Αλώνι», κινείται σε υψόμετρο μεταξύ 800 και 900 μέτρων και εκτείνεται σε ένα μήκος περίπου 16 χιλιομέτρων. Πρόκειται για έναν βατό, αγροτικό δρόμο, μέσα στο δάσος, όπως τον χαρακτηρίζει, που επιτρέπει μια χαλαρή γνωριμία με την πλούσια φύση της περιοχής.

Η δεύτερη επιλογή, όμως, που οδηγεί προς την τοποθεσία «Του Δράκου το Σκαμνί», ανεβαίνει ψηλότερα, αγγίζοντας τα 1.100 μέτρα υψόμετρο, και απαιτεί ειδικά εξελιγμένα, εκτός δρόμου οχήματα. Το αντάλλαγμα για αυτή τη δυσκολία είναι η μαγευτική θέα από την κορυφή, προς το Αιγαίο.

Κατά την επιστροφή και των δύο αυτών διαδρομών συναντάμε δύο εκκλησάκια, του Αγίου Ευσταθίου και του Προφήτη Ηλία. Το πρώτο είναι χτισμένο σε περίοπτη θέση πάνω από τον Κισσό, με την κατασκευή του να χρονολογείται γύρω στο 1600, ενώ μέχρι τις αρχές του 1900 λειτουργούσε ως μοναστήρι, με τα χαλάσματα των παλιών κελιών να διακρίνονται ακόμη δίπλα στον ναό.

Λίμνες, καταρράκτες και θέα που αποζημιώνει

Η φύση του Κισσού χαρακτηρίζεται από μια εντυπωσιακή ποικιλία. Χαμηλά κυριαρχούν οι καστανιές, οι καρυδιές και οι μηλιές, οι οποίες σύντομα δίνουν τη θέση τους σε πυκνά δάση από βελανιδιές και, κυρίως, σε απέραντους όγκους αιωνόβιας οξιάς που καλύπτουν τα ψηλότερα στρώματα του βουνού.

Στην περιοχή, εκτός από τις προαναφερθείσες, υπάρχει και μία πανέμορφη και εύκολη κυκλική πεζοπορική διαδρομή που διαρκεί περίπου μία ώρα και ένα τέταρτο. Ξεκινά από το χωριό και κατευθύνεται προς το Μέγα Ρέμα, μια απόσταση μόλις 25 λεπτών με τα πόδια. Στο σημείο όπου ο δρόμος τέμνει την κοίτη του ρέματος, στρίβοντας δεξιά, ο επισκέπτης ανακαλύπτει μια μικρή λίμνη με έναν όμορφο καταρράκτη, η οποία το καλοκαίρι δέχεται και πολλούς λουόμενους.

Λίγο πιο πάνω, ένα μονοπάτι οδηγεί στην πηγή «Τύμπανο». Εκεί, ακολουθώντας τον παλιό πέτρινο υδραύλακα, φτάνεις σε έναν τεράστιο χτισμένο βράχο. Περνώντας σχεδόν στα τέσσερα μέσα από μια μικρή τρύπα, βγαίνεις στην απέναντι πλευρά, όπου το νερό αναβλύζει ορμητικά μέσα από την πέτρα.

Συνεχίζοντας την κυκλική πορεία από το ρέμα, συναντάς την πρώτη διασταύρωση και κατηφορίζεις αριστερά προς την άσφαλτο. Σε μικρή απόσταση βρίσκεται το Μεγάλο Ρέμα του Κισσού, ένα από τα πιο πολυφωτογραφημένα σημεία της περιοχής, όπου σήμερα η διέλευση των οχημάτων γίνεται προσωρινά μέσα από μια στρατιωτική γέφυρα τύπου Μπέιλεϊ, λόγω των ζημιών που υπέστη η παλιά δομή.

Περπατώντας για λίγα μέτρα στην άσφαλτο, στρίβεις αριστερά για να πιάσεις το παλιό, σκιερό καλντερίμι του Αγίου Κωνσταντίνου. Λίγο πριν την τελική ανηφόρα, μια σύντομη παράκαμψη οδηγεί στο ομώνυμο ξωκλήσι του Αγίου Κωνσταντίνου, πριν το καλντερίμι σε βγάλει με ασφάλεια πίσω στην κεντρική πλατεία του οικισμού.

Τα τοπόσημα και η ιστορική κληρονομιά του Κισσού

Το απόλυτο τοπόσημο του χωριού είναι η κεντρική εκκλησία της Αγίας Μαρίνας, μια τρίκλιτη βασιλική χτισμένη το 1650, διάσημη για το ξυλόγλυπτο τέμπλο της και τις τοιχογραφίες που καλύπτουν ολόκληρο το εσωτερικό -και την οροφή-, τις οποίες φιλοτέχνησε ο Κωνσταντής Παγώνης. Η εκκλησία της Αγίας Μαρίνας σε υποδέχεται πρώτη στην πλατεία του χωριού.

Επιπλεόν, εξαιρετικά δείγματα αρχιτεκτονικής αποτελούν τα εντυπωσιακά αρχοντικά που έχτισαν οι επαναπατρισμένοι, εύποροι Έλληνες της Αιγύπτου, τα οποία στέκονται ακόμη κατά μήκος των δρόμων του χωριού.

Η πνευματική προσφορά του Κισσού σφραγίστηκε από τη λειτουργία του παλιού σχολείου του χωριού γύρω στο 1750. Εκεί δίδαξε ο ιερομόναχος Ζαχαρίας, αλλά και, όπως λέγεται, ο ίδιος ο Ρήγας Φεραίος, ο οποίος έφτασε στον Κισσό ως δάσκαλος μετά τη θητεία του στο Ελληνικό Μουσείο της Ζαγοράς. Αν και το ίδιο το κτίριο του σχολείου στην άκρη της πλατείας δε σώζεται πια, μια προτομή του Ρήγα Φεραίου στέκει στο σημείο.

Ανήλιο: Από το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία στην Παναγία τη Φανερωμένη

Σε μικρή απόσταση από τον Κισσό βρίσκεται το πανέμορφο Ανήλιο. Η ιστορία του, αν και στερείται γραπτών ντοκουμέντων, είναι στενά συνδεδεμένη με την Ήπειρο, καθώς η τοπική παράδοση το θέλει να ιδρύεται γύρω στο 1700 από εκδιωχθέντες πρόσφυγες που έφτασαν εδώ από το Ανήλιο Μετσόβου.

Σήμερα, η κοινότητα του χωριού, μέσα από τον Εκπολιτιστικό, Τουριστικό και Αγροτικό Σύλλογο Ανηλίου, επιχειρεί μια σημαντική αναβάθμιση της περιοχής στον τομέα του εναλλακτικού τουρισμού. Με αφορμή το καλοκαιρινό 2ο Φεστιβάλ Ανατολικού Πηλίου, ξεκίνησε μια συστηματική προσπάθεια χαρτογράφησης και καθαρισμού του παλιού δικτύου μονοπατιών, όπως μας λέει η Κλεοπάτρα Χρυσάφη από τον Πολιτιστικό, Εκπολιτιστικό Τουριστικό και Αγροτικό Σύλλογο Ανηλίου.

Τα μoνοπάτια του χωριού είναι στην πλειονότητά τους βατά και διαχειρίσιμα, ενώ σημείο εκκίνησης για πολλές διαδρομές αποτελεί η κεντρική πλατεία, με τον Ιερό Ναό του Αγίου Αθανασίου. Ο ναός, που αποτελεί το σημαντικότερο ιστορικό κτίριο του οικισμού, είναι διακοσμημένος με σπάνιες τοιχογραφίες από τον Κωνσταντή Παγώνη, τον ίδιο καλλιτέχνη που φιλοτέχνησε και την Αγία Μαρίνα στον Κισσό.

Από την πλατεία ξεκινά το μονοπάτι που ανηφορίζει προς το ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία, το οποίο βρίσκεται ακριβώς πάνω από το σχολείο του χωριού. Είναι μια σύντομη, όμορφη διαδρομή και εύκολη.

Μια άλλη ιστορική διαδρομή οδηγεί προς την Αγία Τριάδα, το παλαιότερο ξωκλήσι της περιοχής, που χρονολογείται από τον 18ο αιώνα. Η πορεία ξεκινά από την πλατεία, περνά από την επάνω πλευρά του χωριού, μετά από ένα σύντομο οδικό κομμάτι, ακολουθεί τη σήμανση μέσα στο δάσος.

Για όσους αναζητούν τη σύνδεση του βουνού με το γαλάζιο του Αιγαίου, το Ανήλιο κρύβει μια εύκολη και μαγευτική διαδρομή που καταλήγει στη συνοικία της Πλάκας και την ομώνυμη παραλία. Ακολουθώντας το δρόμο για την Πλάκα και μπαίνοντας στο σκιερό μονοπάτι του βουνού, ο πεζοπόρος καταλήγει στο γραφικό και κομψό, απομονωμένο ξωκλήσι της Παναγίας Φανερωμένης. Είναι από τις διαδρομές που επιβάλλονται.

Το μεγαλείο της πηλειορίτικης μαγειρικής της φύσης

Όπως τα πάντα στο Πήλιο, έτσι και τη μαγειρική την καθορίζει απόλυτα η φύση. Οι άνθρωποι μαγείρευαν με ό,τι έβρισκαν στα μποστάνια τους, με τους καρπούς από τις καστανιές, τη μηλιές και τα άλλα οπωροφόρα δέντρα και νοστίμευαν τα πιάτα με κάποια από τα χιλιάδες ενδημικά βότανα του τόπου. Μέσα σε αυτό το καταπράσινο περιβάλλον, η Τσαγκαράδα διαμόρφωσε μια πολύ ξεχωριστή, σπιτική κουζίνα που βασίζεται στη λεπτότητα και τις καθαρές γεύσεις.

Εκτός όμως από αυτό, η γαστρονομία του τόπου καθορίστηκε αποφασιστικά και από τους Πηλιορείτες που μετανάστευσαν στην Αίγυπτο το 19ο αιώνα. Επιστρέφοντας στον τόπο τους, έφεραν μία κουζίνα εκλεπτυσμένη και κοσμοπολίτικη, όπως μας διηγείται η Λένα, ιδιοκτήτρια του Aleka’s House στην Τσαγκαράδα και γνώστρια της γαστρονομίας του τόπου, μία γνώση που της κληροδοτήθηκε από τη γιαγιά της.

Οι Αιγυπτιώτες, μας λέει, ήξεραν να εκτιμούν και να αξιοποιούν στη μαγειρική τους τα φρούτα, το εκλεκτό μέλι και είχαν υψηλές απαιτήσεις. Ήθελαν καθαρές γεύσεις και ένα τραπέζι πιο «αρχοντικό». Αυτό ανάγκασε και τους ντόπιους να εξελίξουν τη μαγειρική τους για να ικανοποιήσουν αυτό το απαιτητικό κοινό. Έτσι, το χωριό συνήθισε σε ένα πιο προσεγμένο και φροντισμένο φαγητό.

Η Λένα το έζησε αυτό με τη γιαγιά της την Ασημίνα, που είχε μικρασιάτικες ρίζες και ήταν από τις λίγες γυναίκες που την καλούσαν οι πλούσιοι Αιγυπτιώτες στα αρχοντικά τους για να ετοιμάσει τα μεγάλα τραπέζια. Εκείνη ήξερε την ειδική τέχνη να κόβει τον μπακλαβά, σε τέλειους ρόμβους που ξεκινούσαν σαν ακτίνες από το κέντρο του ταψιού για να σχηματίσουν τις λεγόμενες «μαργαρίτες». Αυτό το ταψί οι ντόπιοι το χόρευαν στο κεφάλι τους στους γάμους.

Εκτός όμως από τον μπακλαβά, ακόμη πιο συνηθισμένο γλυκό ήταν η καρυδόπιτα, χάρη στα πολλές καρυδιές. Η Λένα φτιάχνει μέχρι σήμερα στο μαγαζί την αυθεντική συνταγή από τις αρχές του περασμένου αιώνα, χωρίς καμία αλλαγή.

Εκείνοι καθιέρωσαν και πιάτα που οι ντόπιοι δεν τολμούσαν εύκολα στα σπίτια τους, όπως το μοσχαράκι με κάστανα. Επίσης, πολύ αγαπημένο πιάτο είναι το κατσικάκι το κοκκινιστό με φασολάκια, που σιγοβράζει στον νταβά (μια χαμηλή και ανοιχτή κατσαρόλα) με λάδι και σκορδάκι μέχρι να γίνει λουκούμι, αλλά και ο κόκκορας με χυλοπίτες. Το χειμώνα, τη σκυτάλη παίρνει παραδοσιακός τραχανάς από κατσικίσιο γάλα, που σερβίρεται με φέτα ή γίνεται κοκκινιστός με γίδα.

Όπως προαναφέραμε, οι άνθρωποι μαγείρευαν με ό,τι έβγαζε η φύση κάθε εποχή. Την άνοιξη μάζευαν άγρια βύσσινα και κεράσια για γλυκά του κουταλιού και λικέρ, ενώ το καλοκαίρι έφτιαχναν γλυκό σύκο. Οι πίτες με τα φρέσκα ζαρζαβατικά, είχαν επίσης την τιμητική τους.

Στα φαγητά έμπαιναν τα υλικά κατευθείαν από τον κήπο. Το παραδοσιακό τουρλού, για παράδειγμα, δεν έχει καρότο, γιατί το θεωρούσαν ξένο προς την περιοχή και έβαζαν πατάτες, πράσινα φασολάκια, μπόλικο κολοκύθι, φρέσκια ντομάτα, σκορδάκι και μαϊντανό.

Το βουνό πρόσφερε επίσης πολλά βότανα. Εκτός από τη ρίγανη και το μάραθο, χρησιμοποιούσαν πολύ το φασκόμηλο. Πολύ διαδεδομένα είναι τα τσιτσίραβλα που τα κάνουν μέχρι σήμερα τουρσί και οι φτέρες. Η ποιότητα των υλικών ήταν το παν.

Επειδή το Πήλιο έχει μεγάλες διαφορές από περιοχή σε περιοχή, υπάρχουν διαφοροποιήσεις και στην κουζίνα. Το Νότιο Πήλιο, για παράδειγμα, στηρίζεται στα ψάρια και τις καραβίδες. Η Ανατολική πλευρά και η Τσαγκαράδα ζουν κυρίως από το βουνό. Στο χωριό δεν υπήρχε ποτέ παράδοση στα όσπρια, όπως η φάβα ή τα ρεβίθια, αλλά η φασολάδα με τα άσπρα φασόλια είναι από τα πιάτα που χαρακτηρίζουν την περιοχή.

Ούτε μεγάλη κτηνοτροφία υπήρχε. Οι άνθρωποι είχαν μόνο λίγες κατσίκες στις αυλές τους και επειδή το κατσικίσιο γάλα δεν είναι παχύ, δεν έφτιαχναν γιαούρτι, παρά μόνο λίγο κατσικίσιο τυρί και τον τραχανά τους.

Αντίθετα, έμαθαν να εκμεταλλεύονται άλλους θησαυρούς. Το μήλο φιρίκι, που είναι σπάνιο αλλού και εδώ αφθονεί. Από αυτό φτιάχνουν ένα πηχτό πετιμέζι μήλου, χωρίς καθόλου ζάχαρη, με μια ιδιαίτερη, ελαφρώς πικρή γεύση, που ταιριάζει πολύ με γιαούρτι ή σαλάτες.

Έφτιαχναν κυδώνι ψητό ή το έκαναν άλειμμα, επίσης το μαγείρευαν με μοσχάρι, ένα πιάτο των Αιγυπτιωτών. Τα ντολμαδάκια ήταν με τα αμπελόφυλλα του τόπου, χωρίς κρέας, οι κολοκυθοανθοί γεμίζονταν με τυριά και γίνονταν τηγανητοί, ενώ διαδεδομένη ήταν και η ομελέτα με κολοκύθια.

Όσο για το σπετζοφάι, το πιο γνωστό πιάτο του Πηλίου, όπως μας λέει η Λένα, ήρθε αρκετά αργότερα. Στην αρχή, φτιαχνόταν με πιπεριές καυτερές -τις σπέτζες, όπως τις λένε στο Πήλιο-, λουκάνικο από ανάμεικτο πρόβειο και μοσχαρίσιο κρέας χωρίς καθόλου χοιρινό, και μελιτζάνες. Με τα χρόνια οι περισσότεροι αφαίρεσαν τις μελιτζάνες, ενώ άρχισαν να φτιάχνουν το πιάτο και εκτός εποχής, δηλαδή το χειμώνα που δεν υπάρχουν αλές πιπεριές. Τέλος, σε ελάχιστη ποσότητα, βγαίνει ακόμα στο χωριό το κρασί «Φράουλα», μια παλιά και πολύ αρωματική ποικιλία που μπορούμε να βρούμε ακόμη σε λίγα μαγαζιά.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail