Ο Καναδός δικηγόρος και χρηματιστής Τσαρλς Βανς Μίλαρ άφησε πίσω του μια από τις πιο παράξενες ιστορίες της δεκαετίας του 1930. Πριν από τον αιφνίδιο θάνατό του, το βράδυ του Halloween το 1926, ο πλούσιος εργένης του Τορόντο είχε ήδη αποκτήσει τη φήμη του εκκεντρικού φαρσέρ. Συχνά άφηνε χαρτονομίσματα στο πεζοδρόμιο και κρυβόταν για να παρακολουθεί γελώντας τις αντιδράσεις των περαστικών. Παρά την ιδιορρυθμία του, ο Μίλαρ είχε συγκεντρώσει σημαντική περιουσία επενδύοντας σε ζυθοποιίες, ακίνητα και υποδομές.

Χωρίς να έχει παντρευτεί ή αποκτήσει παιδιά, ο Μίλαρ πέθανε στα 72 του από καρδιακή προσβολή. Όπως έγραψε ο δικηγόρος και συγγραφέας Μαρκ Μ. Όρκιν, ο θάνατός του «αποδείχθηκε η αρχή μιας μεταθανάτιας καριέρας που επισκίασε όσα είχε πετύχει όσο ζούσε». Και πράγματι, η διαθήκη του, γεμάτη αλλόκοτες διατάξεις, αποτέλεσε τη βάση για ένα από τα πιο παράδοξα κοινωνικά πειράματα του 20ού αιώνα: το αποκαλούμενο Great Stork Derby.

Η επίμαχη ρήτρα της διαθήκης καθιέρωνε έναν ασυνήθιστο διαγωνισμό μεταξύ μητέρων του Τορόντο. Το τμήμα της περιουσίας του Μίλαρ, αξίας περίπου 500.000 καναδικών δολαρίων (σχεδόν 9 εκατ. σημερινά), θα δινόταν στη γυναίκα που θα γεννούσε τα περισσότερα παιδιά μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια. Σε περίπτωση ισοπαλίας, το ποσό θα μοιραζόταν εξίσου.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’30, οι δικαστικές διαμάχες για τη νομιμότητα της διαθήκης και οι συζητήσεις για το ποια παιδιά θα μετρούσαν στον τελικό απολογισμό πυροδότησαν έντονη δημοσιότητα. Ο Τύπος ακολούθησε στενά τις «διαγωνιζόμενες μητέρες», μετατρέποντας την υπόθεση σε κοινωνικό φαινόμενο που προκάλεσε συζητήσεις σε ολόκληρο τον Καναδά της Ύφεσης, όπου ο έλεγχος των γεννήσεων ήταν ακόμη παράνομος.

«Η υπόθεση έχει πολλά να μας διδάξει για το Τορόντο και τον Καναδά της εποχής», σημειώνει ο συγγραφέας Άνταμ Μπαντς. «Αγγίζει ζητήματα ηθικής, τάξης, φυλής, πολιτισμού και του μέλλοντος της χώρας».

Ένας φαρσέρ εν ζωή και μετά θάνατον

Κατά τη διάρκεια των Roaring Twenties, το Τορόντο παρέμενε μια βαθιά συντηρητική, βρετανικού ύφους πόλη. Η Καναδική Κοινοπολιτεία είχε αποκτήσει αυτοδιοίκηση εντός της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, αλλά η πλήρης νομική ανεξαρτησία ήρθε μόλις το 1931. Στο κλίμα αυτό, ο Μίλαρ φαίνεται ότι ήθελε να προκαλέσει το κατεστημένο γύρω από τη γονιμότητα και τη σεμνότητα.

Η διαθήκη του περιείχε αλλόκοτες δωρεές: μετοχές ζυθοποιίας σε επτά ιερείς υπέρμαχους της ποτοαπαγόρευσης, κοινή ιδιοκτησία ενός σπιτιού στην Τζαμάικα σε τρεις δικηγόρους που αλληλομισούνταν και μετοχές σε ιπποδρομιακό όμιλο σε πολέμιους των αγώνων. Όμως, η τελευταία διάταξη —η περίφημη «κούρσα των πελαργών»— ήταν εκείνη που έμελλε να τον κάνει αθάνατο.

Η γέννηση του “Stork Derby”

Αρχικά, το κοινό δεν έδωσε σημασία. Όταν όμως η Μεγάλη Ύφεση χτύπησε τον Καναδά, το ενδιαφέρον αναζωπυρώθηκε. Οι εφημερίδες παρουσίαζαν τις συμμετέχουσες ως «πρωταγωνίστριες» ενός απίστευτου διαγωνισμού. Ανάμεσά τους, η Γκρέις Μπαγκνάτο, μητέρα είκοσι παιδιών, και η Φλόρενς Μπράουν, που ισχυριζόταν ότι είχε γεννήσει 26. Οι ιστορίες τους, συχνά με ρατσιστικές αποχρώσεις, κυριάρχησαν στα πρωτοσέλιδα.

Η υπόθεση πήρε διαστάσεις κοινωνικού καθρέφτη. Η φτώχεια, ο ρατσισμός και η θέση της γυναίκας στο μεσοπόλεμο ήρθαν στο προσκήνιο. Η κυβέρνηση του Οντάριο προσπάθησε κάποια στιγμή να κατασχέσει την περιουσία για λογαριασμό του Πανεπιστημίου του Τορόντο, αλλά υποχώρησε μπροστά στη λαϊκή κατακραυγή.

Το “Stork Derby” ως καθρέφτης της εποχής

Οι συμμετέχουσες έγιναν αντικείμενο σκληρής δημοσιότητας. Εφημερίδες αποκάλυπταν προσωπικές λεπτομέρειες, ενώ κάποιες γυναίκες δέχθηκαν απειλές και εκβιασμούς. Παράλληλα, οι μετανάστριες αντιμετώπιζαν προκαταλήψεις και επιθέσεις. Οι συζητήσεις για το ποια παιδιά θα υπολογίζονταν —νεκρά, εκτός γάμου ή μη καταγεγραμμένα— δίχασαν την κοινή γνώμη.

Το 1938, μετά από χρόνια δικαστικών διαμαχών, το δικαστήριο επικύρωσε τη διαθήκη. Ο διαγωνισμός ολοκληρώθηκε με τετραπλή ισοπαλία: οι οικογένειες Τίμλεκ, Σμιθ, Νέιγκελ και ΜακΛιν μοιράστηκαν το ποσό, λαμβάνοντας περίπου 100.000 δολάρια η καθεμία.

Η κληρονομιά ενός παράδοξου θεσμού

Οι νικήτριες οικογένειες, κυρίως λευκές προτεσταντικές, διατήρησαν χαμηλό προφίλ. Άλλες, όπως οι οικογένειες Κλαρκ και Κένι, έλαβαν μικρότερα ποσά μετά από εξωδικαστικούς συμβιβασμούς. Για κάποιους, τα χρήματα ήταν σωτήρια μέσα στην Ύφεση· για άλλους, το τίμημα της δημόσιας έκθεσης ήταν βαρύ.

Ο εγγονός των Άρθουρ και Λούσι Τίμλεκ δήλωσε αργότερα υπερήφανος για τους παππούδες του, λέγοντας πως «ήταν μέρος της καναδικής ιστορίας». Και πράγματι, το Great Stork Derby έμεινε στην ιστορία ως ένα μοναδικό κοινωνικό πείραμα, που αποκάλυψε τις αντιφάσεις μιας εποχής ανάμεσα στην ηθική, τη φτώχεια και την ανθρώπινη φιλοδοξία.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000