Σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή οικονομία επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει το αναπτυξιακό της μοντέλο, ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕτΕΠ) αποκτά ιδιαίτερη σημασία, όπως προκύπτει από τη συνέντευξη του αντιπροέδρου της, Γιάννη Τσακίρη. Οι τοποθετήσεις του σκιαγραφούν μια Τράπεζα που απομακρύνεται από τον παραδοσιακό της ρόλο και αποκτά πιο ενεργό συμμετοχή στη διαμόρφωση της επενδυτικής πραγματικότητας. Η αλλαγή στον ρόλο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων δεν είναι απλώς θέμα αυξημένων χρηματοδοτήσεων, αλλά μια βαθιά μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον ίδιο της τον ρόλο στην ευρωπαϊκή οικονομία. Για δεκαετίες, η ΕΤΕπ λειτουργούσε κυρίως ως ένας σταθεροποιητικός θεσμός, παρεμβαίνοντας όταν οι αγορές αδυνατούσαν να χρηματοδοτήσουν κρίσιμα έργα ή όταν οι οικονομίες βρίσκονταν υπό πίεση, αναφέρει ο κ. Τσακίρης. Σήμερα, όμως, εξελίσσεται σε έναν ενεργό επιταχυντή επενδύσεων με σαφή στρατηγική στόχευση. Η πιο ουσιαστική αλλαγή είναι ότι ο Όμιλος δεν περιορίζεται πλέον στο στάδιο της χρηματοδότησης, αλλά παρεμβαίνει πολύ νωρίτερα, συμμετέχοντας στον σχεδιασμό, στη δομή και στην ωρίμανση των έργων, προσθέτει
Ο αντιπρόεδρος της ΕτΕΠ επισημαίνει ότι μέσω εκτεταμένων συμβουλευτικών υπηρεσιών και τεχνικής βοήθειας, συμβάλλει στη διαμόρφωση επενδυτικών προγραμμάτων που διαφορετικά θα δυσκολεύονταν να υλοποιηθούν, ενώ επεκτείνει το πεδίο δράσης του σε τομείς με έντονη στρατηγική και γεωπολιτική διάσταση, όπως η ενεργειακή ασφάλεια και οι κρίσιμες πρώτες ύλες.
Η ελληνική περίπτωση αναδεικνύεται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας προσέγγισης. Η ισχυρή μας παρουσία στην Ελλάδα δεν είναι τυχαία, αλλά αντανακλά έναν συνδυασμό παραγόντων που καθιστούν τη χώρα ιδιαίτερα ελκυστική για επενδυτική δραστηριότητα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Από τη μία πλευρά, υπήρχε ένα σημαντικό επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε την προηγούμενη δεκαετία, ενώ από την άλλη έχει ενισχυθεί σημαντικά η διοικητική ικανότητα και η ωριμότητα των έργων, αναφέρει.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ελλάδα δεν λειτουργεί απλώς ως αποδέκτης χρηματοδότησης, αλλά ως χώρα που μπορεί να μετατρέπει τους διαθέσιμους πόρους σε πραγματικές επενδύσεις με μετρήσιμο αποτέλεσμα, με χρηματοδοτήσεις που αντιστοιχούν σε περισσότερο από το 1% του ΑΕΠ και συνολικές επενδύσεις που προσεγγίζουν το 3,7%, τονίζει ο κ. Τσακίρης
Κομβικός είναι και ο μηχανισμός μέσω του οποίου οι πόροι αυτοί πολλαπλασιάζονται. Η συμμετοχή μας σε ένα έργο λειτουργεί ως ισχυρό σήμα αξιοπιστίας προς την αγορά, μειώνοντας τον αντιλαμβανόμενο κίνδυνο για άλλους επενδυτές και επιτρέποντας την κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων, τραπεζικής χρηματοδότησης και ευρωπαϊκών πόρων. Στην πράξη, η ΕΤΕπ δεν χρηματοδοτεί μόνη της τα έργα, αλλά λειτουργεί ως “άγκυρα” γύρω από την οποία συγκεντρώνονται πολλαπλές πηγές χρηματοδότησης, μετατρέποντας στην ελληνική περίπτωση τα 3,5 δισ. ευρώ σε συνολικές επενδύσεις που υπερβαίνουν τα 9 δισ. ευρώ, αναφέρει ο Έλληνας αντιπρόεδρος.
Τέλος, ο ίδιος θέτει το ουσιαστικό διακύβευμα της επόμενης περιόδου: Το πραγματικό στοίχημα της παρέμβασης μας δεν είναι το ύψος των χρηματοδοτήσεων που μπορούμε να διαθέσουμε, αλλά ο βαθμός στον οποίο αυτές μεταφράζονται σε παραγωγική δραστηριότητα και απτά αποτελέσματα, ώστε η ρευστότητα να μην λιμνάζει στο σύστημα αλλά να διοχετεύεται σε επενδύσεις με πραγματικό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα.
Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξη που παραχώρησε ενόψει του Delphi Economic Forum XI o αντιπρόεδρος της ΕτΕΠ Γιάννης Τσακίρης στο ΑΠΕ/ΜΠΕ και το δημοσιογράφο Αλέκο Λιδωρίκη
Ερ. Τι αλλάζει ουσιαστικά στον ρόλο της ΕΤΕπ σήμερα; Μιλάμε για έναν πιο παρεμβατικό μηχανισμό;
Απ. Η αλλαγή στον ρόλο της Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων δεν είναι απλώς θέμα αυξημένων χρηματοδοτήσεων, αλλά μια βαθιά μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον ίδιο της τον ρόλο στην ευρωπαϊκή οικονομία. Για δεκαετίες, η ΕΤΕπ λειτουργούσε κυρίως ως ένας σταθεροποιητικός θεσμός, παρεμβαίνοντας όταν οι αγορές αδυνατούσαν να χρηματοδοτήσουν κρίσιμα έργα ή όταν οι οικονομίες βρίσκονταν υπό πίεση. Σήμερα, όμως, εξελίσσεται σε έναν ενεργό επιταχυντή επενδύσεων με σαφή στρατηγική στόχευση. Η πιο ουσιαστική αλλαγή είναι ότι ο Όμιλος δεν περιορίζεται πλέον στο στάδιο της χρηματοδότησης. Παρεμβαίνει πολύ νωρίτερα, συμμετέχοντας στον σχεδιασμό, στη δομή και στην ωρίμανση των έργων. Μέσω εκτεταμένων συμβουλευτικών υπηρεσιών και τεχνικής βοήθειας, συμβάλλει στη διαμόρφωση επενδυτικών προγραμμάτων που διαφορετικά θα δυσκολεύονταν να υλοποιηθούν. Ένα απτό παράδειγμα είναι η πρόσφατη συνεργασία μας με το Υπουργείο Εθνικής ‘Αμυνας για την ενεργειακή αυτονομία στρατιωτικών εγκαταστάσεων: δεν πρόκειται για μια απλή χρηματοδότηση, αλλά για μια ολιστική παρέμβαση που περιλαμβάνει σχεδιασμό, ιεράρχηση έργων, επιλογή μοντέλων υλοποίησης και διερεύνηση χρηματοδοτικών λύσεων. Ταυτόχρονα, επεκτείνουμε το πεδίο δράσης μας σε τομείς με έντονη στρατηγική και γεωπολιτική διάσταση, όπως η ενεργειακή ασφάλεια, οι κρίσιμες πρώτες ύλες και πλέον η ασφάλεια και η άμυνα. Η συμφωνία για παράδειγμα με την Τράπεζα Πειραιώς για τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων στον τομέα της άμυνας σηματοδοτεί μια σαφή διεύρυνση της εντολής της. Υπό αυτή την έννοια, μπορούμε να πούμε ότι έχουμε μετατραπεί σε έναν πιο παρεμβατικό και στρατηγικό θεσμό, ο οποίος δεν ακολουθεί απλώς την αγορά, αλλά συμβάλλει ενεργά στη διαμόρφωσή της και η χώρα μας αποτυπώνει με σαφήνεια αυτή τη μετάβαση. Το 2025 δεν είχαμε απλώς μια αύξηση χρηματοδοτήσεων στα 3,5 δισ. ευρώ είχαμε μια ποιοτική αναβάθμιση του επενδυτικού αποτυπώματος, με έργα που επηρέασαν άμεσα την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Ερ. Γιατί η Ελλάδα είναι από τους μεγαλύτερους ωφελημένους αναλογικά στην Ευρώπη;
Απ. Η ισχυρή μας παρουσία στην Ελλάδα δεν είναι τυχαία, αλλά αντανακλά έναν συνδυασμό παραγόντων που καθιστούν τη χώρα ιδιαίτερα ελκυστική για επενδυτική δραστηριότητα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Από τη μία πλευρά, υπήρχε ένα σημαντικό επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε την προηγούμενη δεκαετία, το οποίο σημαίνει ότι υπήρχαν πολλές ανάγκες σε υποδομές, ενέργεια, στέγαση αλλά και παραγωγική ανασυγκρότηση. Από την άλλη, τα τελευταία χρόνια έχει ενισχυθεί σημαντικά η διοικητική ικανότητα και η ωριμότητα των έργων, γεγονός που επιτρέπει την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των πόρων.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ελλάδα δεν λειτουργεί απλώς ως αποδέκτης χρηματοδότησης, αλλά ως χώρα που μπορεί να μετατρέπει τους διαθέσιμους πόρους σε πραγματικές επενδύσεις με μετρήσιμο αποτέλεσμα. Το 2025, η χρηματοδότηση της ΕΤΕπ αυξήθηκε κατά 59%. Οι επενδύσεις της αντιστοιχούν σε περισσότερο από το 1% του ακαθάριστου ΑΕΠ, ενώ οι συνολικές επενδύσεις που κινητοποιήσαν προσεγγίζουν το 3,7% του ΑΕΠ, που αντιστοιχούν σε 9,2 δισ.. Αντιλαμβάνεστε γιατί ποσά συζητάμε και αυτή η υψηλή μόχλευση αντικατοπτρίζει την εμπιστοσύνη της Τράπεζας στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και εξηγεί γιατί η χώρα συγκαταλέγεται στους κορυφαίους αποδέκτες στήριξης στην Ευρώπη.
Ερ. Πώς μετατρέπονται τα 3,5 δισ. σε πάνω από 9 δισ. επενδύσεων;
Απ. Η προστιθέμενη αξία μας βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο καταλύουμε τη συμμετοχή τρίτων κεφαλαίων αυτό ίσως αποτελεί ίσως το σημαντικότερο συγκριτικό της πλεονέκτημα. Η συμμετοχή μας σε ένα έργο λειτουργεί ως ισχυρό σήμα αξιοπιστίας προς την αγορά, μειώνοντας τον αντιλαμβανόμενο κίνδυνο για άλλους επενδυτές. Αυτό επιτρέπει την κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων, τραπεζικής χρηματοδότησης και ευρωπαϊκών πόρων, δημιουργώντας ένα ευρύτερο επενδυτικό οικοσύστημα. Στην πράξη, η ΕΤΕπ δεν χρηματοδοτεί μόνη της τα έργα, αλλά λειτουργεί ως «άγκυρα» γύρω από την οποία συγκεντρώνονται πολλαπλές πηγές χρηματοδότησης. Στην ελληνική περίπτωση, αυτό το μοντέλο λειτουργεί ιδιαίτερα αποτελεσματικά, μετατρέποντας τα 3,5 δισ. ευρώ σε συνολικές επενδύσεις που υπερβαίνουν τα 9 δισ. ευρώ. Δεν πρόκειται απλώς για έναν τεχνικό μηχανισμό μόχλευσης, αλλά για μια συνειδητή στρατηγική που επιδιώκει να ενεργοποιήσει την αγορά και να ενισχύσει τη συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
Ερ. Ποιοι τομείς στην Ελλάδα απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος των χρηματοδοτήσεων;
Απ. Η κατανομή των πόρων είναι απολύτως ευθυγραμμισμένη με τις στρατηγικές προτεραιότητες της ευρωπαϊκής οικονομίας, αλλά και με τις ιδιαιτερότητες της Ελλάδας. Στον τομέα της ενέργειας, χρηματοδοτούμε κρίσιμες υποδομές όπως οι διασυνδέσεις των νησιών, που μειώνουν την εξάρτηση από το πετρέλαιο και περιορίζουν το κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Πρόκειται για επενδύσεις με άμεσο και μετρήσιμο αντίκτυπο στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Στις υποδομές ύδατος, έργα όπως το επενδυτικό πρόγραμμα της ΕΥΔΑΠ, ύψους περίπου 250 εκατ. ευρώ, ενισχύουν την ανθεκτικότητα της Αττικής σε περιβαλλοντικές πιέσεις και βελτιώνουν την ποιότητα ζωής για εκατομμύρια πολίτες. Στη βιομηχανία, επενδύσεις όπως η παραγωγή γαλλίου και βωξίτη εντάσσουν την Ελλάδα στις ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας κρίσιμων πρώτων υλών, έναν τομέα με αυξανόμενη γεωπολιτική σημασία. Παράλληλα, μέσω του προγράμματος «Αντώνης Τρίτσης» και άλλων εργαλείων, κατευθύνουμε σημαντικούς πόρους σε δήμους και τοπικές υποδομές, ενώ έργα όπως οι φοιτητικές εστίες του Πανεπιστήμιο Κρήτης καλύπτουν άμεσες κοινωνικές ανάγκες. Αυτό που προκύπτει είναι μια συνεκτική επενδυτική στρατηγική που αγγίζει ταυτόχρονα την παραγωγή, τις υποδομές και την καθημερινότητα.
Ερ. Πόσο αποτελεσματικά φτάνουν τα κεφάλαια στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις;
Απ. Το πραγματικό στοίχημα της παρέμβασης μας δεν είναι το ύψος των χρηματοδοτήσεων που μπορούμε να διαθέσουμε σε κάθε χώρα, αλλά ο βαθμός στον οποίο αυτές μεταφράζονται σε παραγωγική δραστηριότητα και απτά αποτελέσματα. Στην Ελλάδα, το μοντέλο που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια δείχνει μια σαφή μετατόπιση από την παθητική διοχέτευση ρευστότητας προς μια ενεργητική αρχιτεκτονική χρηματοδότησης. Η συνεργασία με το τραπεζικό σύστημα, δεν περιορίζεται στη μεταφορά κεφαλαίων, αλλά ενσωματώνει μηχανισμούς επιμερισμού κινδύνου που αλλάζουν ουσιαστικά τους όρους πρόσβασης στη χρηματοδότηση. Μέσω εγγυήσεων, συγχρηματοδοτήσεων και δομημένων εργαλείων, μειώνεται το κόστος κεφαλαίου και επιμηκύνεται ο χρονικός ορίζοντας των δανείων, επιτρέποντας σε επιχειρήσεις να υλοποιήσουν επενδύσεις που υπό κανονικές συνθήκες θα παρέμεναν μη χρηματοδοτήσιμες. Το κρίσιμο στοιχείο λοιπόν είναι ότι η ΕΤΕπ παρεμβαίνει ακριβώς εκεί όπου εντοπίζονται οι δομικές αστοχίες της αγοράς. Είτε πρόκειται για μικρομεσαίες επιχειρήσεις με περιορισμένες εξασφαλίσεις, είτε για καινοτόμες εταιρείες με αυξημένο ρίσκο, είτε για επενδύσεις μεγάλης διάρκειας απόδοσης, η παρουσία της λειτουργεί ως μηχανισμός «αποδέσμευσης» ιδιωτικών κεφαλαίων. Έτσι, η χρηματοδότηση παύει να είναι απλώς θέμα διαθεσιμότητας πόρων και μετατρέπεται σε ζήτημα δομής και κατανομής κινδύνου. Το αποτέλεσμα είναι ότι η ρευστότητα δεν λιμνάζει στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, αλλά διοχετεύεται σε επενδύσεις με πραγματικό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα, ενισχύοντας την παραγωγικότητα, την εξωστρέφεια και τελικά την ανθεκτικότητα της οικονομίας.
Ερ. Πότε και με ποιον τρόπο μεταφράζονται αυτές οι επενδύσεις σε απτά οφέλη για τους πολίτες;
Απ. Η χρονική υστέρηση μεταξύ επενδυτικής απόφασης και κοινωνικού αποτελέσματος αποτελεί μια από τις βασικές προκλήσεις κάθε αναπτυξιακής πολιτικής. Γι αυτό και προσπαθούμε να περιορίσουμε αυτή την υστέρηση παρεμβαίνοντας στο πιο «αδύναμο σημείο» του κύκλου επενδύσεων, δηλαδή στην ωρίμανση και προετοιμασία των έργων. Στην ελληνική περίπτωση, η ενίσχυση της τεχνικής επάρκειας των φορέων υλοποίησης και η συστηματική υποστήριξη στον σχεδιασμό έχουν μειώσει αισθητά τον χρόνο που μεσολαβεί από την έγκριση μέχρι την υλοποίηση. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε τομείς όπως η ενέργεια, το νερό και οι μεταφορές, όπου οι επενδύσεις έχουν άμεσο αντίκτυπο στο κόστος ζωής και στην ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών. Η διαφορά σε σχέση με το παρελθόν είναι ότι τα οφέλη δεν παραμένουν αφηρημένα ή μακροπρόθεσμα. Η σταθεροποίηση του ενεργειακού κόστους, η βελτίωση της αξιοπιστίας βασικών υποδομών και η αναβάθμιση των αστικών υπηρεσιών συνιστούν απτές μεταβολές που γίνονται αντιληπτές σε σχετικά σύντομο χρονικό ορίζοντα. Με άλλα λόγια, η επένδυση παύει να είναι μια μακροοικονομική υπόσχεση και μετατρέπεται σε καθημερινή εμπειρία. Όπως αντιλαμβάνεστε τα επόμενα ένα έως δύο χρόνια, οι πολίτες θα αρχίσουν να βλέπουν απτά αποτελέσματα: πιο αξιόπιστες υπηρεσίες ύδρευσης, σταθερότερο ενεργειακό σύστημα με χαμηλότερο κόστος, αναβαθμισμένες αστικές υποδομές.
Ερ. Πότε εκτιμάτε ότι οι ευρωπαϊκές παρεμβάσεις στη στέγαση θα αρχίσουν να επηρεάζουν μετρήσιμα την προσφορά και τις τιμές κατοικίας, ιδιαίτερα σε αγορές όπως η ελληνική;
Απ. Η στεγαστική κρίση που παρατηρούμε σήμερα δεν είναι συγκυριακή είναι αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας υστέρησης επενδύσεων σε συνδυασμό με τη ραγδαία αύξηση της ζήτησης, ιδίως σε αστικά κέντρα και τουριστικές οικονομίες όπως η ελληνική. Για τον λόγο αυτό, η απάντηση δεν μπορεί να είναι αποσπασματική, απαιτείται μια συστηματική, πανευρωπαϊκή κινητοποίηση πόρων και εργαλείων. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων έχει ήδη τοποθετήσει τη στέγαση στον πυρήνα της στρατηγικής της. Το 2025 αυξήσαμε τη χρηματοδότηση κατά 50%, φτάνοντας τα 5 δισ. ευρώ και «βάζοντας» στην αγορά τα πρώτα 55.000 ανακαινισμένα και νέα σπίτια, ενώ για το 2026 προχωρούμε περαιτέρω, με στόχο τα 6 δισ. ετησίως και μια συνολική συμβολή στην υλοποίηση περίπου ενός εκατομμυρίου νέων ή αναβαθμισμένων κατοικιών έως το 2030. Η παρέμβασή μας είναι πολυεπίπεδη και εστιάζει σε τρεις κρίσιμους άξονες: την επιτάχυνση νέων κατασκευών, τη μαζική ανακαίνιση του υφιστάμενου, και συχνά ενεργειακά ξεπερασμένου, κτιριακού αποθέματος, και την εισαγωγή καινοτομίας στον κατασκευαστικό κλάδο ώστε να μειωθεί το κόστος και ο χρόνος υλοποίησης. Σε αυτό το πλαίσιο, πρωτοβουλίες όπως το Housing TechEU επιδιώκουν να αλλάξουν τον ίδιο τον τρόπο που κατασκευάζονται τα κτίρια στην Ευρώπη. Ταυτόχρονα, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και εθνικούς φορείς, αναπτύσσουμε μια πανευρωπαϊκή πλατφόρμα στέγασης, που θα επιτρέψει τη συγκέντρωση κεφαλαίων και τη διοχέτευσή τους με πιο συντονισμένο και αποδοτικό τρόπο, τόσο προς δημόσιους φορείς όσο και προς τον ιδιωτικό τομέα. Σε όρους αποτελέσματος, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι πρώτες επιδράσεις στην προσφορά αρχίζουν να καταγράφονται εντός 2-3 ετών από την ενεργοποίηση μεγάλων επενδυτικών προγραμμάτων, ενώ η ουσιαστική εξισορρόπηση της αγοράς απαιτεί ορίζοντα 4-6 ετών. Αυτό ισχύει και για την Ελλάδα, όπου οι πιέσεις είναι εντονότερες λόγω της ταυτόχρονης αύξησης του τουρισμού, της επενδυτικής ζήτησης και της περιορισμένης νέας οικοδομικής δραστηριότητας την προηγούμενη δεκαετία. Ωστόσο, είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι η ευρωπαϊκή παρέμβαση δεν υποκαθιστά τις εθνικές πολιτικές, τις ενισχύει. Ο ρόλος μας είναι να μειώσουμε το χρηματοδοτικό κενό, να επιταχύνουμε ώριμα έργα και να καταστήσουμε βιώσιμα επενδυτικά σχέδια που διαφορετικά δεν θα υλοποιούνταν.
Ερ. Ποια είναι η θέση της Ελλάδας στον νέο ευρωπαϊκό επενδυτικό χάρτη και τι σημαίνει αυτό για το μέλλον;
Απ. Η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο, όπου η συσσώρευση επενδύσεων αρχίζει να μεταφράζεται σε αναβάθμιση της γεωοικονομικής της θέσης. Η συστηματική μας στήριξη σε τομείς όπως η ενέργεια, οι υποδομές και οι κρίσιμες πρώτες ύλες δεν αφορά μόνο την εγχώρια ανάπτυξη, αλλά εντάσσει τη χώρα σε ευρύτερες ευρωπαϊκές στρατηγικές. Οι ενεργειακές διασυνδέσεις και οι επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενισχύουν τον ρόλο της Ελλάδας ως κόμβου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, ενώ η ανάπτυξη δραστηριοτήτων που σχετίζονται με πρώτες ύλες στρατηγικής σημασίας την τοποθετεί εντός κρίσιμων αλυσίδων αξίας της Ευρώπης. Παράλληλα, η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και της καινοτομίας συμβάλλει στη διαφοροποίηση του παραγωγικού μοντέλου, μειώνοντας την εξάρτηση από παραδοσιακούς τομείς. Ίσως όμως το πιο σημαντικό στοιχείο είναι η αλλαγή στην αντίληψη των ευρωπαϊκών θεσμών και των αγορών. Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως περίπτωση διαχείρισης κινδύνου, αλλά ως εταίρος με δυνατότητα συμβολής στη διαμόρφωση λύσεων. Αυτή η μετατόπιση έχει βαθιές συνέπειες, καθώς επηρεάζει το κόστος χρηματοδότησης, την προσέλκυση επενδύσεων και τελικά τη θέση της χώρας στον ευρωπαϊκό καταμερισμό παραγωγής και ισχύος.






