Σήμερα (ώρα 1:00 μμ) είναι προγραμματισμένο να ενημερώσει ο Γιώργος Γεραπετρίτης την Επιτροπή Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων της βουλής για το 6ο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας στην Άγκυρα.
Ο υπουργός Εξωτερικών πρόκειται να ενημερώσει την αρμόδια επιτροπή της Βουλής τόσο για το περιεχόμενο των συζητήσεων που διεξήχθησαν στο Λευκό Παλάτι στην Άγκυρα κεκλεισμένων των θυρών μεταξύ των δύο ηγετών και των συναρμόδιων υπουργών όσο και για τα αποτελέσματα που παρήχθησαν μετά την πρόσφατη ελληνοτουρκική συνάντηση.
Η σημερινή ενημέρωση από πλευράς του επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας σε εκπροσώπους των κοινοβουλευτικών κομμάτων εντάσσεται στην καθιερωμένη πρακτική του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, με τον Γιώργο Γεραπετρίτη να παρέχει σταθερά πληροφόρηση σε αρχηγούς και μέλη κοινοβουλευτικών κομμάτων πριν και μετά από κάθε τέτοιου είδους αποστολή ή συνάντηση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, ωστόσο, η συγκεκριμένη ενημέρωση στον απόηχο της κριτικής που είχε διατυπωθεί πριν τη συνάντηση κορυφής Μητσοτάκη – Ερντογάν στην Άγκυρα από μειοψηφία του πολιτικού κόσμου της χώρας που είχε υποστηρίξει (πριν την 11η Φεβρουαρίου) πως δεν θα έπρεπε καν να μεταβεί στην Άγκυρα ο πρωθυπουργός για τη συνάντηση με τον Τούρκο πρόεδρο.
Ήδη μια πρώτη δημόσια αναφορά εν είδει αποτίμησης του 6ου ΑΣΣ στην Άγκυρα πραγματοποίησε χθες ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο πλαίσιο της εβδομαδιαίας κυριακάτικης ανασκόπησης. Εκει ο πρωθυπουργός, μιλώντας για τη συνάντηση κορυφής που είχε με τον Τούρκο πρόεδρο, έκανε λόγο για μια «ειλικρινή και ουσιαστική συζήτηση» για όσα φέρνουν κοντά αλλά και για όσα χωρίζουν τις δύο χώρες.
Όπως εξήγησε ο πρωθυπουργός, μια από τις κατακτήσεις του δομημένου ελληνοτουρκικού διαλόγου και της πολιτικής των «ήρεμων νερών» είναι πως οι δύο ηγέτες μπορούν πλέον να αναδεικνύουν τις διαφωνίες τους που είναι σημαντικές «χωρίς εντάσεις, με ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας, αυτοπεποίθηση και σταθερή αναφορά στο Διεθνές Δίκαιο». Σύμφωνα με την πρωθυπουργική ανάρτηση, η χώρα μας δεν επιδιώκει «ούτε την ένταση, ούτε την αδράνεια», αλλά «μια κανονική λειτουργική σχέση με την Τουρκία με σταθερό γνώμονα το εθνικό συμφέρον».
Στην αποτίμηση της ελληνοτουρκικής συνάντησης λαμβάνεται υπόψιν από την Αθήνα (αλλά και από την Άγκυρα) η ρευστότητα του διεθνούς περιβάλλοντος εντός της οποίας κινούνται πλέόν οι δύο γειτονικές χώρες. Με αυτό το ασταθές φόντο, Ελλάδα και Τουρκία απέδειξαν – όπως εξηγεί ο πρωθυπουργός – πως επιλέγουν τη σταθερότητα. Αυτό που συμπυκνωμένα αποτυπώνεται στην πρωθυπουργική ανάρτηση για το 6ο ΑΣΣ στην Άγκυρα είναι πως οι δύο ηγέτες έδωσαν νωπή εντολή για συνέχιση των «ήρεμων νερών», για συνέχιση του δομημένου διαλόγου και για επέκταση των διαύλων επικοινωνίας σε κάθε σημείο επαφής των δύο πλευρών, με διευρυμένα πεδία συνεργασίας σε θεματικές «χαμηλής ατζέντας, με σημαντικότερη ίσως την συμφωνία για αύξηση του όγκου διμερούς εμπορίου στα 10 δις έως το τέλος της δεκαετίας.
Απαντώντας στις φωνές εντός των τειχών που ζητούσαν παραμονές του ΑΣΣ αυτό να ακυρωθεί και ο πρωθυπουργός να μη συναντήσει τον Τούρκο πρόεδρο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης σημείωσε: «Συνεχίζουμε στον δρόμο της ευθύνης. Αυτό επιθυμεί η πλειοψηφία των πολιτών: μια Ελλάδα της εθνικής αυτοπεποίθησης, όχι της εθνικής υστερίας».
Τον τόνο και το περίγραμμα της σημερινής ενημέρωσης έχει δώσει ήδη ο πρωθυπουργός, ωστόσο, αυτό που αναμένεται να αναλάβει ο υπουργός Εξωτερικών να φέρει εις πέρας θα είναι μια λεπτομερής πληροφόρηση των αρμοδίων βουλευτών όσον αφορά τα διμερή θέματα που ετέθησαν εντός της ελληντουρκικής συνάντησης, τον τρόπο που αυτά ετέθησαν, το πώς και αν απαντήθηκαν από την Άγκυρα καθώς και τη στάση που θα τηρήσει η Άγκυρα, με βάση τις απόψεις που αντάλλαξαν Μητσοτάκης και Ερντογάν, σε σχέση με επιμέρους ζητήματα που άπτονται των διεθνών και περιφερειακών εξελίξεων.
Πριν από την ενημέρωση στη βουλή, ο Γιώργος Γεραπετρίτη θα έχει ενημερώσει για ζητήματα ελληνικής εξωτερικής πολιτικής τους πρέσβεις της ΕΕ σε μια συνεδρίαση στην πρεσβεία της Κύπρου, η οποία διοργανώνεται στο πλαίσιο της κυπριακής προεδρίας στο Συμβούλιο της ΕΕ, και η οποία είθισται να διεξάγεται κάθε φορά που η μία χώρα παραδίδει τη σκυτάλη στην επόμενη.






