Η παραχώρηση των νήσων Τσάγκος από το Ηνωμένο Βασίλειο στον Μαυρίκιο σηματοδοτεί μία από τις πιο δαπανηρές και πολιτικά φορτισμένες πράξεις αποαποικιοποίησης της σύγχρονης εποχής. Αν και πρόκειται για ένα απομονωμένο αρχιπέλαγος στον Ινδικό Ωκεανό με ελάχιστο πληθυσμό, το συνολικό κόστος για το Λονδίνο εκτιμάται κοντά στα 15 δισ. ευρώ, αποκαλύπτοντας τη σύνθετη σχέση μεταξύ γεωπολιτικής, διεθνούς δικαίου και ιστορικών ευθυνών.
Οι νήσοι Τσάγκος περιλαμβάνουν πάνω από 50 νησιά και ατόλλες, συνολικής έκτασης περίπου 60 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Κεντρική θέση κατέχει η ατόλη Ντιέγκο Γκαρσία, η μοναδική σήμερα κατοικημένη, όπου βρίσκεται μία από τις πιο στρατηγικές στρατιωτικές βάσεις παγκοσμίως. Η βάση χρησιμοποιείται από τις Ηνωμένες Πολιτείες ως κρίσιμος κόμβος για ναυτικές και αεροπορικές επιχειρήσεις μεγάλης εμβέλειας και θεωρείται ισάξια σε σημασία με τη βάση στο Γκουάμ.
Από αποικιακή διαμάχη σε διεθνή συμφωνία
Από το 1968, όταν ο Μαυρίκιος απέκτησε την ανεξαρτησία του από το Ηνωμένο Βασίλειο, το Λονδίνο διατήρησε τη διοίκηση των Τσάγκος ως Territory of British Indian Ocean Territory (BIOT). Η κυριαρχία αυτή υπήρξε πηγή μόνιμης έντασης, καθώς ο Μαυρίκιος υποστήριζε ότι το αρχιπέλαγος αποσπάστηκε παράνομα πριν από την ανεξαρτησία του.
Το 2019, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης έκρινε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο όφειλε να αποαποικιοποιήσει τις νήσους και να επιστρέψει την κυριαρχία στον Μαυρίκιο. Αν και η απόφαση είχε γνωμοδοτικό χαρακτήρα, προκάλεσε έντονη διεθνή πίεση και έθεσε υπό αμφισβήτηση το νομικό αφήγημα του Λονδίνου. Μετά από χρόνια παρασκηνιακών διαπραγματεύσεων, το 2024 επιτεύχθηκε πολιτική συμφωνία.
Η κοινή δήλωση των πρωθυπουργών Στάρμερ και Τζουγκνάουθ επισφράγισε το τέλος μιας διαμάχης σχεδόν έξι δεκαετιών, με έμφαση στη «δέσμευση για ειρηνική επίλυση διαφορών και σεβασμό του κράτους δικαίου».
Το οικονομικό και στρατηγικό τίμημα
Η συμφωνία προβλέπει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα διατηρήσει τη στρατιωτική παρουσία του στο Ντιέγκο Γκαρσία μέσω 99ετούς μίσθωσης, καταβάλλοντας στον Μαυρίκιο περίπου 120 εκατ. ευρώ ετησίως. Σε βάθος χρόνου, το ποσό αυτό ισοδυναμεί με τουλάχιστον 13 δισ. λίρες ή σχεδόν 15 δισ. ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζονται πρόσθετες αποζημιώσεις και κίνητρα.
Παράλληλα, το Λονδίνο υπομισθώνει τη βάση στις Ηνωμένες Πολιτείες, χωρίς να έχει δημοσιοποιηθεί το ακριβές τίμημα που καταβάλλει η Ουάσιγκτον. Το γεγονός αυτό έχει προκαλέσει αντιδράσεις στο εσωτερικό της Βρετανίας, καθώς το κόστος της συμφωνίας είναι διαφανές για τον φορολογούμενο, όχι όμως και τα έσοδα από τη χρήση της βάσης.
Η ανθρώπινη διάσταση και οι εκτοπισμένοι
Η σκοτεινότερη πτυχή της υπόθεσης αφορά τους αυτόχθονες κατοίκους των νησιών. Μεταξύ 1967 και 1973, το Ηνωμένο Βασίλειο προχώρησε στη βίαιη εκδίωξή τους από το Ντιέγκο Γκαρσία, ώστε να δημιουργηθεί η στρατιωτική βάση. Έχουν καταγραφεί πρακτικές αναγκαστικών μεταφορών, πείνας και εξόντωσης ζώων από διεθνή μέσα και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Οι εκτοπισμένοι εγκαταστάθηκαν κυρίως στον Μαυρίκιο και τις Σεϋχέλλες, χωρίς ποτέ να αποκτήσουν δικαίωμα επιστροφής. Η νέα συμφωνία προβλέπει τη δημιουργία ταμείου 40 εκατ. λιρών για την αποζημίωσή τους, ωστόσο οι συζητήσεις στο Βρετανικό Κοινοβούλιο –ιδίως στη Βουλή των Λόρδων– δείχνουν ότι το ζήτημα της αυτοδιάθεσης παραμένει ανοιχτό.
Διεθνείς προεκτάσεις και αποικιακή κληρονομιά
Το Λονδίνο υποστηρίζει ότι η υπόθεση των Τσάγκος δεν συγκρίνεται με περιπτώσεις όπως το Γιβραλτάρ ή τα Νησιά Φόκλαντ, όπου οι τοπικοί πληθυσμοί έχουν εκφραστεί μέσω δημοψηφισμάτων υπέρ της παραμονής υπό βρετανική κυριαρχία. Στις Τσάγκος, αντίθετα, ο πληθυσμός εκδιώχθηκε και δεν του δόθηκε ποτέ η δυνατότητα επιλογής.
Η διάκριση αυτή θεωρείται κρίσιμη, καθώς το Ηνωμένο Βασίλειο εξακολουθεί να διαχειρίζεται έως και 17 υπερπόντια εδάφη. Ορισμένα ζητούν μεγαλύτερη αυτονομία, ενώ άλλα –όπως οι Νήσοι Τερκς και Κάικος– έχουν επιλέξει να παραμείνουν υπό βρετανική προστασία.
Η υπόθεση των νήσων Τσάγκος δημιουργεί ένα σημαντικό προηγούμενο στη διεθνή πολιτική σκηνή. Δείχνει ότι η αποαποικιοποίηση στον 21ο αιώνα παραμένει σύνθετη και δαπανηρή διαδικασία, ιδίως όταν εμπλέκονται στρατιωτικές υποδομές στρατηγικής σημασίας.
Για το Ηνωμένο Βασίλειο, η παραχώρηση της κυριαρχίας των Τσάγκος δεν αποτελεί απλώς διπλωματική παραχώρηση, αλλά έναν ακριβό συμβιβασμό ανάμεσα στο διεθνές δίκαιο, τη γεωστρατηγική πραγματικότητα και ένα αποικιακό παρελθόν που δύσκολα κλείνει χωρίς τίμημα.







