Η βιομηχανία στην Ελλάδα έχει μια πολύπαθη ιστορία, από τα χρόνια της ανάπτυξης μεταπολεμικά, στο χρηματιστηριακό κραχ και από εκεί στην δεκαετή οικονομική κρίση και την πανδημία. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, η ελληνική βιομηχανία δείχνει σημάδια ανάκαμψης, με αρκετές επιχειρήσεις να εκπέμπουν υγεία και εξωστρέφεια. Η επαναβιομηχανοποίηση της Ελλάδας αποτελεί και την κεντρική θεματική της 8ης Οικονομική Διάσκεψης της Ελληνικής Ένωσης Επιχειρηματιών (ΕΕΝΕ), που θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 14 Νοεμβρίου στην Αθήνα.

Με αφορμή την εκδήλωση, τα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο» συνομίλησαν με τον τέως – επί μία δεκαετία – πρόεδρο και νυν επίτιμο πρόεδρο της Ένωσης, Βασίλη Αποστολόπουλο. Εκτός από επίτιμος πρόεδρος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΕΝΕ, ο Βασίλης Αποστολόπουλος είναι Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου Ιατρικού Αθηνών, του μόνου, πλέον, ελληνικού ομίλου στην δευτεροβάθμια ιδιωτική υγεία.

Μιλώντας στα «ΝΕΑ», εκφράζει την πεποίθησή του ότι υπάρχει σήμερα ένα ανοιχτό παράθυρο ευκαιρίας, το οποίο θα πρέπει να εκμεταλλευτεί η χώρα προκειμένου να αναγεννήσει τη βιομηχανία της. Στόχος στο τέλος αυτού του δρόμου είναι να υπάρχουν σε πολλούς τομείς ελληνικές επιχειρήσεις που θα ανταγωνίζονται τις μεγάλες ξένες εταιρείες.

Ως πρόεδρος της ΕΕΝΕ εδραιώσατε τον θεσμό της Ετήσιας Οικονομικής Διάσκεψης. Ποιος ήταν ο στόχος σας για αυτή την εκδήλωση και σε τι αποβλέπετε από την φετινή διάσκεψη; Ποια είναι η κεντρική ιδέα της και ποια τα ζητήματα που θέλει να θέσει η ΕΕΝΕ στην κοινωνία και την Πολιτεία μέσω αυτής;

Β.Α.: Η Διάσκεψη αποτελεί την κορύφωση της ετήσιας μας δουλειάς, το σημείο ραντεβού με τους συμμάχους φορείς, ενώσεις, ακαδημαϊκούς και ειδικούς, όπου καταθέτουμε τις θέσεις μας στην Πολιτεία και την κυβέρνηση, περνάμε τα μηνύματά μας, θέτουμε την ατζέντα, καταθέτουμε τους προβληματισμούς μας. Μάλιστα, επί της προεδρίας μου υπήρξαν σε αυτό το πλαίσιο διεθνείς συμμαχίες που ξεχώρισαν και χαίρομαι που συνεχίζονται και φέτος, όπως είναι αυτή με το Ελληνικό Παρατηρητήριο του LSE, καθώς και μία σειρά κορυφαίων ενώσεων αποφοίτων πανεπιστημίων του εξωτερικού.

Φέτος η Διάσκεψη επικεντρώνεται, όπως προδίδει και ο τίτλος της, στην πολυεπίπεδη επαναβιομηχανοποίηση, με τον ευρύ ορισμό που της δίνουμε ώστε να περιλαμβάνει και όλο το φάσμα τεχνολογικών εφαρμογών και επιχειρηματικών μοντέλων που μεγιστοποιούν την ελληνική υπεραξία, με αιχμή την τεχνογνωσία και τις ψηφιακές αναπτυξιακές δεξιότητες, την επένδυση δηλαδή στο ελληνικό έμψυχο δυναμικό, τις γνώσεις και της ικανότητές του. Θεωρούμε πως αυτό, σε συνδυασμό με έξυπνα κίνητρα και μέτρα αποτελεί κλειδί για να χτίσουμε μια ανταγωνιστική και ανθεκτική οικονομία.

Οι θέσεις μας έχουν επικαιροποιηθεί και αξιολογούνται τεχνικά και ποσοτικά με τη βοήθεια του ΙΟΒΕ, σε μία μεγάλη και εμπεριστατωμένη έρευνα που θα συνοδεύει τις θέσεις και τις προτάσεις μας το επόμενο διάστημα. Συγκεκριμένα, προτείνουμε την εδραίωση στοχευμένων προγραμμάτων Upskilling-Reskilling (σ.σ. αναβαθμισμένης κατάρτισης και επανακατάρτισης), με την ενεργή συμμετοχή των επιχειρήσεων. Ουσιαστικά, οι επιχειρήσεις να λειτουργούν ως Πανεπιστήμια, σε συνεργασία με πιστοποιημένους κορυφαίους φορείς κατάρτισης και αυστηρή πιστοποίηση, συμβάλλοντας στην κάλυψη των ψηφιακών κενών, κενών παραγωγικότητας εξειδίκευσης, και ελλείψεων στην αγορά εργασίας.

Αυτό συνδέεται με κίνητρα προς τις επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους, ουσιαστικά ενθαρρύνοντας αυξήσεις προς τους τελευταίους, με μόνο αίτημα προς την Πολιτεία να μην επιβαρύνει με ασφαλιστικές εισφορές και βάρη το επιπλέον αυτό εισόδημα, το οποίο θα αποδίδεται καθαρό στον εργαζόμενο.

Αποτελεί πράγματι τόσο μεγάλο πρόβλημα η εξεύρεση των κατάλληλων εργαζομένων;

Β.Α.: Το κενό στην αγορά εργασίας είναι μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία και το ελληνικό επιχειρείν. Υπάρχουν ελλείψεις σε όλους τους τομείς, από τους εργάτες στον αγροδιατροφικό τομέα και τις κατασκευών, ως και στελεχιακό δυναμικό. Στον τομέα της υγείας, που γνωρίζω από «πρώτο χέρι», υπάρχει μεγάλη έλλειψη σε νοσηλευτικό προσωπικό. Σε έναν βαθμό, είναι και θέμα κουλτούρας, γιατί πολλοί Έλληνες δεν σκέφτονται τι καριέρα θέλουν να ακολουθήσουν όταν αποφασίζουν για τις σπουδές τους, ενώ δεν υπάρχει και σύνδεση με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας.

Όμως, μήπως και οι επιχειρήσεις δεν κάνουν αρκετά σε επίπεδο μισθών και εργασιακής κουλτούρας για να προσελκύσουν ταλαντούχους εργαζόμενους, όπως οι νέοι που έφυγαν τα χρόνια της κρίσης (brain drain);

Β.Α.: Έχουμε διανύσει μεγάλη απόσταση τα τελευταία χρόνια. Μπορεί να μην κλείσαμε την ψαλίδα όσο θα θέλαμε και πρέπει πράγματι να κάνουμε πολλά περισσότερα. Όμως ειδικά σε επίπεδο κουλτούρας και νοοτροπίας, θεωρώ πως έχουμε κάνει άλματα. Παράλληλα, τα δεδομένα λένε πως σε ένα μεγάλο φάσμα του ανθρωπίνου δυναμικού έχει ήδη επιτευχθεί ένα σημαντικό Brain Regain.

Νομίζω πως θέλει επιμονή και ακόμα πιο γενναία κίνητρα, τόσο για τον επαναπατρισμό, όσο και για την βελτίωση της κουλτούρας και των συνθηκών εργασίας. Και οφείλουμε να είμαστε ειλικρινείς: τους μισθούς τους ανεβάζουμε εμείς, οι επιχειρήσεις. Αν η κυβέρνηση θέλει πραγματικά να δώσει μεγάλη ώθηση σε αυξήσεις μισθούς πρέπει επιτέλους να προχωρήσει σε ακόμα πιο αποφασιστικές μειώσεις του μη μισθολογικού κόστους. Μέτρα όπως οι οριακοί φόροι και έξυπνα κίνητρα για επιχειρήσεις προκειμένου να πετυχαίνουν μεγαλύτερα νούμερα, αποτελέσματα και φορολογητέα ύλη στην Ελλάδα, μπορούν να αντισταθμίσουν τις μειώσεις βαρών.

Υπάρχει η δυνατότητα να δούμε μια αναγέννηση της ελληνικής βιομηχανίας σε ένα παγκοσμιοποιημένo περιβάλλον;

Β.Α.: Σήμερα, με τις ισχυρές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας και την εισροή ευρωπαϊκών πόρων, ειδικά αυτών του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, έχουμε ένα ανοιχτό παράθυρο ευκαιρίας και μια μεγάλη πρόκληση μπροστά μας: την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου. Για να πετύχει αυτό, η επαναβιομηχανοποίηση οφείλει να είναι ρωμαλέα και αποφασιστική, με αιχμή τις νέες τεχνολογίες, την ψηφιοποίηση, την κωδικοποίηση και την εξαγωγή του ελληνικού know-how, την καινοτομία, και, συνολικά, μία στροφή στην μεθοδική και στοχευμένη μεγιστοποίηση της ελληνικής υπεραξίας, σε ό,τι κι αν κάνουμε.

Η ίδια συλλογιστική πρέπει να συνοδεύει και την προσέγγισή μας στον κλάδο των υπηρεσιών. Είναι καίρια η επένδυση σε τεχνολογίες αιχμής, τεχνογνωσία και εξειδίκευση, αριστεία και ανταγωνιστικότητα για να μετατρέψουμε το brain drain σε brain gain και brain regain, δηλαδή στην απόκτηση και την επαναπόκτηση ταλέντου.

Όσα προάγουμε ως ΕΕΝΕ συμπυκνώνουν το αίτημα για αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου και υποδείγματος, από κάτω προς τα πάνω, με αιχμή την τεχνολογική επαναβιομηχανοποίηση και τις δεξιότητες του σήμερα και του αύριο. Το μοντέλο αυτό πρέπει να χτιστεί γύρω από τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας – τεχνολογία, τουρισμός, ναυτιλία, ελληνικός τρόπος ζωής – και πάντα με το βλέμμα στραμμένο προς τα έξω. Στόχος μας είναι να υπάρχουν στο άμεσο μέλλον ελληνικές επιχειρήσεις που θα ανταγωνίζονται επί ίσοις όροις τις μεγάλες ξένες επιχειρήσεις του εκάστοτε τομέα.

Ποιοι είναι οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι που μπορούν να ματαιώσουν αυτόν τον στόχο;

Β.Α.: Το μεγαλύτερο πρόβλημα και απειλή για την χώρα και την οικονομία της είναι το δημογραφικό. Κοιτώντας το μέλλον της χώρας, το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι η αύξηση του πληθυσμού. Σε προσωπικό επίπεδο, το έχω κάνει το καθήκον μου όντας πατέρας τεσσάρων παιδιών… Πιο σοβαρά όμως, η Ελλάδα χρειάζεται νέους ανθρώπους.

Στα 10 χρόνια που διατελέσατε πρόεδρος της ΕΕΝΕ (2012-2022) ζήσατε μια σειρά από δύσκολες στιγμές για την ελληνική επιχειρηματικότητα (οικονομική κρίση, μνημόνια, πανδημία). Ποια στιγμή ξεχωρίζετε ως το κομβικό σημείο αυτής της δεκαετίας;

Β.Α.: Πράγματι, η δεκαετία της Προεδρίας μου κάλυψε το σύνολο των δύο μεγάλων κρίσεων της τελευταίας δεκαετίας, ξεκινώντας με την πολυετή οικονομική κρίση, την λιτότητα, τα τρία μνημόνια, την ασφυκτική εποπτεία, την τρόικα και, με το που βγήκαμε στο «ξέφωτο», αμέσως ακολούθησε η πανδημική κρίση. Ένα πρωτόγνωρο φαινόμενο, όπου το κλείσιμο των επιχειρήσεων από την οικονομική ασφυξία και τα ακραία υφεσιακά μέτρα, ακολούθησε το κλείσιμο επιχειρήσεων με αλλεπάλληλα μέτρα και lockdown, αλλά και τον περιορισμό όλων ημών στα σπίτια μας, τη μείωση των μετακινήσεων, και την ταχύρρυθμη μετάβαση σε ένα πιο υβριδικό μοντέλο ζωής και εργασίας, την δυναμική είσοδο στη ζωή μας των περίφημων calls και teleconferences, και μία νέα πραγματικότητα στην οποία εισήλθε ο πλανήτης.

Ως κομβικά θα χαρακτήριζα και θα ξεχώριζα τα εξής σημεία:

  • Την εδραίωση του πατριωτικού επιχειρείν ως σημαία μας. Οι Έλληνες επιχειρηματίες της ΕΕΝΕ αγκάλιασαν και εφάρμοσαν δυναμικά το σύνθημα: Μένουμε στην Ελλάδα, δημιουργούμε θέσεις εργασίας και παράγουμε πλούτο στην Ελλάδα, πιστεύουμε στις ικανότητες των Ελλήνων και επενδύουμε ποιοτικά και στρατηγικά στην προοπτική του τόπου μας. Σε ένα καλύτερο μέλλον για τις επόμενες γενιές και όλους εμάς που παραμένουμε εδώ.
  • Την πρωτιά και τολμηρή παρέμβαση της ΕΕΝΕ για την οικονομική πολιτική και το μίγμα που ακολουθείτο, όπου ουσιαστικά αναδείξαμε σε διεθνές επίπεδο – από τη σκοπιά της ελληνικής επιχειρηματικότητας – την ανάγκη να σπάσει έξυπνα και στοχευμένα, μέσα από την αγορά, το υφεσιακό σπιράλ που βύθιζε τη χώρα με αναπτυξιακά αντίμετρα. Τα μέτρα που ίσως ξεχώρισαν είναι οι οριακοί φόροι και τα μέτρα επιβράβευσης των αναπτυσσόμενων επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων των εξυπνότερων κινήτρων και προγραμμάτων τύπου ΕΣΠΑ, αναπτυξιακών νόμων κ.α.
  • Θέσεις και παρεμβάσεις που επικοινωνήσαμε με όλους τους τρόπους στην καρδιά της ΕΕ, σε κορυφαία κοινοβούλια, όπως της Γερμανίας, αλλά και σε κέντρα λήψης αποφάσεων, think tank, την τρόικα, αλλά και τα κορυφαία Φόρουμ της χώρας.
  • Στην πανδημία, η ΕΕΝΕ πρώτη μετέβη σε ένα νέο μοντέλο, αρχικά απολύτως ψηφιακό, και όταν επιτράπηκε, υβριδικό, συνάπτοντας στρατηγική συνεργασία με τη LiveMedia που επέτρεψε στην ΕΕΝΕ να ξεχωρίσει άλλη μία φορά, δίνοντας το σήμα πως η ζωή και η επιχειρηματική δικτύωση, ώσμωση και παραγωγή συνεργειών και αξίας δεν σταματά, αλλά προχωρά και εξελίσσεται.

Πώς κατάφερε να ανταπεξέλθει η ελληνική επιχειρηματικότητα σε αυτά τα δύσκολα χρόνια και πώς συνεισφέρατε σε αυτό ως ΕΕΝΕ;

Β.Α.: Πρώτον, εδραιώσαμε και ενισχύσαμε το πατριωτικό επιχειρείν. Κάναμε συμμαχίες με φορείς για την προαγωγή της ελληνικότητας και της ελληνικής υπεραξίας, με χαρακτηριστική τη συμμαχία με την πρωτοβουλία «Ελλαδικά Μας» και την «Ελληνική Παραγωγή – Πρωτοβουλία για τη Βιομηχανία».

Τρίτον, είχαμε ενεργή συμβολή στην αλλαγή της επιχειρηματικής κουλτούρας, ενθαρρύνοντας τις έννοιες της συνεργασίας, της συνεργατικότητας μεταξύ των επιχειρήσεων, της συμμαχίας, του μαζί, της δημιουργίας οικονομιών κλίμακας όπου είναι εφικτό μέσω συνεργιών, αλλά και την αντίληψη πως είναι προτιμότερο συνεργάτες/συνέταιροι, συνεργατικά σχήματα κ.ο.κ. να μοιράζονται ένα ποσοστό π.χ. των €100 εκ., από μονάδες που κατέχουν το 100% του €1εκ.

Παράλληλα, αναδείξαμε με παραδείγματα, αριθμούς και αναλύσεις, την επιτακτική ανάγκη να μεγαλώσει το μέσο μέγεθος της ελληνικής επιχείρησης, το περίφημο «scale-up» σε όλο το φάσμα της ελληνικής επιχειρηματικότητας, σε όλους τους τομείς και κλάδους. Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις να γίνουν μικρές, οι μικρές να γίνουν μεσαίες, οι μεσαίες μεγάλες και οι μεγάλες μεγαλύτερες. Οι μεγάλες τελικά, αυτές οι παραπάνω από 500 ελληνικές επιχειρήσεις έβαλαν πλάτη στα δύσκολα και αποδείχτηκε η αξία μας/τους. Πρέπει να κινηθούμε προς αυτή την κατεύθυνση, επιτακτικά, αξιοποιώντας όλα τα εργαλεία.

Επιπλέον, προήγαμε την έννοια της επιχειρηματικότητας ως έναν εκ των υγιέστερων μοχλών ανάπτυξης, εξέλιξης και προαγωγής της ποιότητας ζωής των κοινωνιών, μέσω της δημιουργίας αξίας και του επανεπενδυόμενου υγιούς κέρδους. Προχωρήσαμε σε συμμαχίες με το νεοφυές και τεχνολογικό οικοσύστημα, με σειρά πρωτοβουλιών για όλη τη δεκαετία. Κορύφωση αυτού ήταν η επιμονή για τη δημιουργία κεντρικής πλατφόρμας χαρτογράφησης του επιχειρηματικού οικοσυστήματος, μέσω της υποστήριξης της Envolve, της Endeavor και άλλων συμμάχων-φορέων.

Επιπλέον, δημιουργήσαμε συμμαχίες και με ηγέτες-πρωτοπόρους του ελληνικού νεοφυούς οικοσυστήματος, τη δημιουργία ειδικής κατηγορίας «Startup Μέλους», και εντάξαμε υποσχόμενους και καινοτόμους νεοφυείς επιχειρηματίες στο δυναμικό της Ένωσης. Αυτή η προσπάθεια κορυφώθηκε στη θητεία μου με την υπογραφή στρατηγικής συνεργασίας με το Elevate Greece. Αντίστοιχα συνέχεια και αξία σε αυτή την παρακαταθήκη έδωσε η πρόσφατη υπογραφή στρατηγικής συνεργασίας της ΕΕΝΕ με την HETiA.

Το 2022 παραδώστε τη σκυτάλη στον νέο πρόεδρο της ΕΕΝΕ Κρίστιαν Χατζημηνά. Αυτή η ομαλή μετάβαση και η παραμονή σας στην Ένωση με ρόλο επίτιμου προέδρου αποτελεί ένα case study σταθερότητας και συνέχειας που μπορεί να αποτελεί πρότυπο ακόμα σε στην πολιτική;

Β.Α.: Υπό πολλές έννοιες είναι πολύ εύστοχη η διαπίστωση που εμπεριέχει το ερώτημά σας. Σε μία χώρα που μας έχει μάθει η πολιτική αλλαγή να συνεπάγεται συχνά ασυνέχειες στη διοίκηση και αβεβαιότητα, στην ΕΕΝΕ ο νέος πρόεδρος που ήταν και επί σειρά ετών και καθ’ όλη την προεδρία μου αντιπρόεδρος της Ένωσης, διασφάλισε την συνέχεια τόσο με το έργο του, όπως το έχει ήδη επιδείξει επί δύο συναπτά έτη, χτίζοντας πάνω στα γερά θεμέλια που – σε μεγάλο βαθμό – μαζί χτίσαμε όλα αυτά τα χρόνια. Πραγματικά, δεν θα μπορούσα να έχω ευχηθεί για καλύτερο Αντιπρόεδρο.

Παρότι δεν μπορεί κανείς να συγκρίνει τα δύο περιβάλλοντα, της πολιτικής δηλαδή και της επιχειρηματικότητας, θεωρώ πως η τελευταία μπορεί να αποτελέσει σε αρκετούς τομείς φάρο για την πρώτη. Η δημιουργία αξίας, η σκυταλοδρομία προστιθέμενης αξίας όπως χαρακτηρίζω την εκλογή του Κρίστιαν στην θέση μου στην ΕΕΝΕ, μπορεί να αποτελέσει μέρος της απάντησης στην πολιτική διαδοχή. Ο επόμενος να διασφαλίζει συνέχεια και συνέπεια στους τομείς εκείνους όπου η παρακαταθήκη και το έργο που λαμβάνει είναι σωστό. Αξίζουν ισάξια εύσημα, αν όχι μεγαλύτερα, στους άξιους συνεχιστές, που μετεξελίσσουν και επιτυγχάνουν να γράφουν νέα κεφάλαια και σελίδες επιτυχίας σε καλογραμμένα βιβλία.

Εκτός από τη δράση σας στην ΕΕΝΕ, είστε και διευθύνων σύμβουλος του Ομίλου Ιατρικού Αθηνών. Τι ρόλο θέλετε να έχει ο ιδιωτικός τομέας στην υγεία και κατά πόσο μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά για την αναβάθμιση και της δημόσιας υγείας;

Είμαστε ο μόνος ελληνικός Όμιλος στην δευτεροβάθμια υγεία και ο μόνος εισηγμένος στο Χρηματιστήριο. Φέτος γιορτάζουμε τα 40 μας χρόνια, με επενδύσεις, με εξωστρέφεια και με διακρίσεις. Στόχους του Ομίλου μας είναι η προαγωγή της ελληνικότητας και ποιοτικών, στρατηγικών και μακρόπνοων επενδύσεων στην ιδιωτική υγεία.

Πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η υγεία είναι ενιαία, είναι ένα οικοσύστημα, όπου δημόσιος και ιδιωτικός τομέας λειτουργούν συμπληρωματικά, όπως αναδείχτηκε στην πανδημία και εκφράζεται με την προσέγγιση One Health, την οποία έχει υιοθετήσει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας.

Ωστόσο, θέλω να τονίσω ότι ο ρόλος του ιδιωτικού τομέα είναι συμπληρωματικός. Το πιο σημαντικό είναι το Εθνικό Σύστημα Υγείας να προσφέρει επαρκείς υπηρεσίες στους πολίτες της χώρας. Ο ιδιωτικός τομέας έρχεται για να ηγηθεί στις μεγάλες επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες και καινοτόμες θεραπείες, τις οποίες δεν μπορεί να κάνει το Δημόσιο. Η ιδιωτική υγεία είναι φάρος καινοτομίας.

Πώς βλέπετε την ενδεχόμενη ίδρυση μη κρατικών ιατρικών σχολών ανώτατης εκπαίδευσης;

Είναι διαχρονικός στόχος του Ομίλου Ιατρικού Αθηνών η ίδρυση Ιατρικής Σχολής.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000