«Να τελειώνουμε με το άλλοθι του 41%», καλεί τους συντρόφους του (έτσι δεν λέγονται μεταξύ τους στην Αριστερά;) ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ από το βήμα της Κεντρικής Επιτροπής. Τον ακούς να το λέει αυτό (το επανέλαβε μάλιστα, δεν ήταν κουβέντα που ξέφυγε) και καταλαβαίνεις ότι ο κ. πρόεδρος ακόμη δεν έχει αποκτήσει επαφή με την εκτός Μαϊάμι πραγματικότητα. Προσωπικά, είμαι βέβαιος για τις αγαθές προθέσεις του, όπως και για τα σπάνια χαρίσματά του, όμως μερικά στοιχειώδη τού διαφεύγουν. Οπως, λ.χ., ότι το «άλλοθι» προέκυψε από ελεύθερες εκλογές στις οποίες ο ελληνικός λαός εξέφρασε τη βούλησή του. Κάτι άλλο που του διαφεύγει και το οποίο θα είχε αντιληφθεί αν ήταν στη Βουλή είναι ότι ο Πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του, όπως σε κάθε κοινοβουλευτική δημοκρατία, κυβερνούν με τη στήριξη της πλειοψηφίας της Βουλής. Δεν έχουν, ούτως ειπείν, το αδιαμεσολάβητο.

Αντιθέτως, ο πρόεδρος Κασσελάκης είναι εκείνος που διεκδικεί για τον εαυτό του το αδιαμεσολάβητο. Εκείνος είναι που, όταν αισθάνεται ότι προκαλείται ή αμφισβητείται, μας θυμίζει, πάντα με το ίδιο εριστικό ύφος, ότι εκείνος και όχι κάποιος άλλος κέρδισε τις εκλογές. Ο Μητσοτάκης κυβερνά θεσμικά. Εκείνος που νομίζει ότι επειδή κέρδισε τις εσωκομματικές εκλογές μπορεί να κάνει ό,τι θέλει είναι ο Κασσελάκης. Είναι, δε, τόσο απρόσεκτος και επιπόλαιος, ώστε εξακοντίζει κατά του αντιπάλου μια κατηγορία, η οποία και άστοχη είναι, και επιστρέφει ολόκληρη στον ίδιο.

Πάντως, κρατώ μια επιφύλαξη (πολύ μικρή) για την περίπτωση που αδικώ τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ με τις παραπάνω παρατηρήσεις. Το θεωρώ μάλλον απίθανο, χωρίς όμως να το αποκλείω εντελώς, ότι μπορεί και να αστειευόταν ο άνθρωπος, διότι αμέσως μετά την έκκληση «να τελειώνουμε με το άλλοθι του 41%» έθεσε τον φιλόδοξο στόχο, όπως παραδέχθηκε και ο ίδιος, ο ΣΥΡΙΖΑ να ξανακερδίσει τα 1,3 εκατομμύρια που είχε στο παρελθόν και να είναι πρώτο κόμμα στις ευρωεκλογές. Αυτό ήταν οπωσδήποτε αστείο, δεν μπορεί να ήταν οτιδήποτε άλλο, το κατάλαβα. Αν και τα προηγούμενα ήταν μέρος του ίδιου αστείου, λυπάμαι αλλά εγώ δεν το κατάλαβα. Αναρωτιέμαι αν γέλασαν οι άλλοι στην ΚΕ με το αστείο. Οχι τίποτε άλλο, αλλά επειδή ήταν εις βάρος του και, επομένως, όσοι γέλασαν έχουν αίσθηση του χιούμορ, αφού μπορούν να αυτοσαρκάζονται.

ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΤΟΠΙΟΥ

Μία είναι η ασφαλέστερη ένδειξη για την επιτυχία της επίσκεψης Ερντογάν στην Αθήνα: η επιδοκιμασία του Ευάγγελου Βενιζέλου. Αν υπήρχε το παραμικρό ύποπτο ή επιλήψιμο στην όλη υπόθεση, μην αμφιβάλλετε ότι ο Βενιζέλος θα μας το ανέλυε μέχρι σκασμού, μέχρι να αναφωνήσουμε «Ελεος, κύριε Βαγγέλη! Οχι άλλο!». Θα το έκανε και δεν θα άφηνε με τίποτα να περάσει ανεκμετάλλευτη μια ευκαιρία να υπενθυμίσει τις ικανότητές του. Επειδή όμως είναι έξυπνος άνθρωπος και κατάλαβε ότι δεν γινόταν να ξεχωρίσει επικρίνοντας, προτίμησε να ξεχωρίσει επαινώντας. Είναι και η γενναιοδωρία, ξέρετε, μια μορφή εξυπνάδας. Το λέω επειδή, εκτός από ειλικρινής, η στάση του ήταν και έξυπνη. Χρειαζόταν για να ζεστάνει λίγο την ατμόσφαιρα με τους κυβερνητικούς, μετά την ψυχρότητα των τελευταίων μηνών.

Επίσης, ενδεικτική της επιτυχίας ήταν και η παρέμβαση του προέδρου της ΣΕΚΕ Κώστα Καραμανλή του Ακάματου. Με αφορμή την παρουσίαση στην Αλεξανδρούπολη των απόρρητων φακέλων του (αυτός είναι ο τίτλος του σχετικού βιβλίου), ο πρώην πρωθυπουργός διατύπωσε τις αντιρρήσεις του, το έκανε όμως υπαινικτικά και με τόσο υπολογισμένη ασάφεια, ώστε ούτε ενοχλήθηκε ούτε ενθουσιάστηκε κανείς. Από υποχρέωση και μόνο υπαινίχθηκε τις αντιρρήσεις του. Για την τιμή των όπλων, που λένε. Για να μην περάσει, δηλαδή, το γεγονός χωρίς την απαραίτητη και πατροπαράδοτη γκρίνια των οπαδών της ακινησίας, που είναι μέρος του τοπίου της πολιτικής, είτε μας αρέσει είτε όχι.

ΠΑΡΑΦΩΝΙΑ

Μοναδική παραφωνία, κατά τη γνώμη μου, ήταν η βαθιά υπόκλιση του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη στον Ερντογάν. Στον τούρκο πρόεδρο μπορεί να άρεσε η υπόκλιση (αν την πρόσεξε), στους τρίτους πάντως προκάλεσε αμηχανία. Δεν υπήρξε άνθρωπος που δεν θυμήθηκε την ανάλογη υπόκλιση του Παναγιώτη Λαφαζάνη στο αφεντικό της ρωσικής Γκάζπρομ, την εποχή της «πρώτη φορά Αριστεράς». Δεν ήταν απόδοση σεβασμού το σπάσιμο της μέσης. Λυπάμαι, Γιώργο, ήταν περιττή επίδειξη δουλοπρέπειας…