Οι δημοσκοπήσεις δεν είχαν ποτέ καλά νούμερα για τον Ολαφ Σολτς. Πριν κερδίσει τις εκλογές το φθινόπωρο του 2021 ήταν ουραγός. Η δημοτικότητά του γνώρισε μια άνοδο με την εκλογική νίκη και τα πρώτα βήματα της κυβέρνησής του, αλλά υποχώρησε γρήγορα.

Είναι μόλις 10 μήνες στην εξουσία και ρεαλιστικά δεν υπάρχει καμία εναλλακτική διακυβέρνησης από τον σημερινό συνασπισμό του «φωτεινού σηματοδότη» Σοσιαλδημοκρατών, Πρασίνων, Φιλελευθέρων.

Παρ’ όλα αυτά, ο καγκελάριος έχει κάθε λόγο να ανησυχεί για την εικόνα της κυβέρνησης που αποτυπώνουν οι μετρήσεις. Η πλειοψηφία των Γερμανών, 65%, εκτιμούν ότι η σημερινή κυβέρνηση δεν έχει υπό έλεγχο την κατάσταση. Και αυτή η αίσθηση είναι κοινή σε όλους τους πολιτικούς χώρους, σύμφωνα με τελευταία δημοσκόπηση του ινστιτούτου Allensbach για την εφημερίδα «Φρανκφούρτερ Αλγκεμάινε Τσάιτουνγκ» (FAZ).

Ποτέ στο παρελθόν δεν ήταν τόσο μικρή η αίσθηση εμπιστοσύνης που είχαν οι Γερμανοί στην κυβέρνησή τους για τη διαχείριση μιας κρίσης όσο στη σημερινή κρίση ενεργειακής επάρκειας και ακρίβειας. Η ευθύνη βαραίνει τα δύο μικρότερα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού, τους Πράσινους του Ρόμπερτ Χάμπεκ και τους Φιλελεύθερους του Κρίστιαν Λίντνερ, οι οποίοι τις τελευταίες εβδομάδες δεν άφηναν ευκαιρία να αντιπαρατεθούν δημοσίως, με αντικείμενο τα τρία τελευταία εργοστάσια ατομικής ενέργειας που λειτουργούν στη Γερμανία. Αυτά είχαν ημερομηνία λήξης. Προγραμματισμένο ήταν να κλείσουν στο τέλος του τρέχοντος έτους. Ωστόσο η οξυμμένη ενεργειακή κρίση και ο κίνδυνος να μείνουν οι Γερμανοί χωρίς ηλεκτρικό τον χειμώνα έθεσε επιτακτικά το ζήτημα της παράτασης της λειτουργίας των τριών αντιδραστήρων.

Παράταση μέχρι πότε;

Ο «πράσινος» υπουργός Οικονομίας Χάμπεκ ήθελε ως εφεδρεία παράταση μόνο για δύο αντιδραστήρες στη Νότια Γερμανία, τους «Ιζαρ 2» και «Νεκερσβεστχάιμ», όχι όμως και του τρίτου στο «Εμσλαντ» της Βόρειας Γερμανίας. Οι Φιλελεύθεροι του Κρίστιαν Λίντνερ, από την άλλη, πίεζαν ασφυκτικά για διατήρηση σε λειτουργία και των τριών αντιδραστήρων και μάλιστα μέχρι το 2024.

Οι αποφάσεις σε έναν κυβερνητικό συνασπισμό παίρνονται με συναίνεση των κυβερνητικών εταίρων. Αυτό λέει ο κανόνας. Οταν όμως οι κυβερνητικοί εταίροι δεν τα βρίσκουν, τον τελικό λόγο τον έχει ο καγκελάριος. Αυτή είναι η εξαίρεση.

Σε αυτήν την εξαίρεση «πυγμής» κατέφυγε τελικά ο Ολαφ Σολτς, για να λύσει την ανοιχτή διαμάχη των κυβερνητικών του εταίρων. Κάνοντας χρήση των εξουσιών του καγκελάριου, έλυσε τον γόρδιο δεσμό που απειλούσε τη συνοχή της κυβέρνησής του. Τους ενημέρωσε με επιστολή ότι θα παραμείνουν σε λειτουργία μέχρι τα μέσα Απριλίου του 2023 και οι τρεις ατομικοί αντιδραστήρες της Γερμανίας. Θα συνεχίσουν κανονικά τη λειτουργία τους χωρίς να εξεταστεί εκ νέου αν είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της ενεργειακής επάρκειας.

Σε μια συγκυρία που η όλοι στην Ευρώπη δίνουν τη μάχη της ενεργειακής επάρκειας για τον δύσκολο χειμώνα που έρχεται με την παράλληλη εκτίναξη στις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος, ήταν αδύνατο να δικαιολογηθεί μια απόφαση της κυβέρνησης που μειώνει ακόμα περισσότερο την προσφορά ηλεκτρικής ενέργειας. Πέραν όλων των άλλων θα ήταν και μια απόφαση κόντρα στην ευρωπαϊκή αλληλεγγύη που ζητεί η Γερμανία για να αντιμετωπίσει την έλλειψη φυσικού αερίου μετά το κλείσιμο της στρόφιγγας από τον Πούτιν.

Ο Σολτς, ωστόσο, έπρεπε να λάβει υπόψη και τις ευαισθησίες των κυβερνητικών του εταίρων, κυρίως των Πρασίνων που έγιναν κόμμα με το σύνθημα «Ατομική ενέργεια; Οχι ευχαριστώ». Ανακοίνωσε λοιπόν μια νέα ημερομηνία λήξης, που ήταν απαραίτητη για να κοπούν έγκαιρα σκέψεις και σενάρια για περαιτέρω παράταση λειτουργίας των αντιδραστήρων. «Στις 15 Απριλίου μπαίνει τέλος τα πυρηνικά εργοστάσια για την παραγωγή ενέργειας στη Γερμανία» ανήγγειλε ο καγκελάριος, δίνοντας τη δυνατότητα στους Πράσινους να δεχτούν την απόφασή του, έστω και με σφιγμένα δόντια.

Με τη δυναμική παρέμβαση του Σολτς λύθηκε η μεγαλύτερη μέχρι τώρα κρίση του συνασπισμού Σοσιαλδημοκρατών – Πρασίνων – Φιλελευθέρων. Αλλά ο καγκελάριος δεν μπορεί να καταφεύγει σε «αποφάσεις πυγμής» κάθε φορά που έρχονται τα δύσκολα. Η προκάτοχός του Ανγκελα Μέρκελ δεν το έκανε ποτέ στα 16 χρόνια της θητείας της.

Χρησιμοποίησε το «προτελευταίο μέσο» που έχει στη διάθεσή του, σημείωσε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Φρίντριχ Μερτς, πρόεδρος του CDU. Tο έσχατο θα ήταν να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης από την Ομοσπονδιακή Βουλή. Και αυτό, στους πρώτους 10 μήνες της κυβέρνησης, θα ήταν η μεγαλύτερη παραδοχή αποτυχίας της συγκατοίκησης των τριών εταίρων του «φωτεινού σηματοδότη».