Σε κατακόρυφη πτώση βρίσκονται οι περισσότεροι κλάδοι της ελληνικής οικονομίας όσο σημειώνεται αύξηση των κρουσμάτων του κορωνοϊού και στην Ελλάδα. Ο κλάδος της εστίασης και της ψυχαγωγίας καταγράφει ήδη τεράστιες απώλειες, με επιχειρηματίες στο κέντρο της Αθήνας να μιλούν για πτώση ακόμα και 70% και να φοβούνται για το τι θα ακολουθήσει τις επόμενες ημέρες, ενώ και λιανεμπορικές επιχειρήσεις εκτός των τροφίμων μετρούν ήδη απώλειες άνω του 50% και συνεχώς καταγράφονται νέες ακυρώσεις σε τουριστικά πακέτα και κρατήσεις προς την Ελλάδα.

Παράλληλα η αναβολή συνεδρίων, εκθέσεων, αθλητικών δραστηριοτήτων που θα αποτελούσαν τόνωση για τις τοπικές αγορές και τις επιχειρήσεις από τον εσωτερικό τουρισμό έχει φέρει ένα μαύρο σύννεφο πάνω από την αγορά, ενώ κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τις επιπτώσεις ενόψει του Πάσχα αλλά και της καλοκαιρινής σεζόν εφόσον δεν υπάρξει βελτίωση έως τον Απρίλιο, με τους επιχειρηματίες να δηλώνουν έντονα προβληματισμένοι.

Μάλιστα, αν αναλογιστεί κανείς ότι περίπου 200 επαγγέλματα είναι συνδεδεμένα με τον κλάδο του τουρισμού, αντιλαμβάνεται τη ζημιά για την οικονομία σε μια χώρα που βρίσκεται σε φάση ανάκαμψης ύστερα από μια μακροχρόνια κρίση.

Την ίδια ώρα, αν και σύμφωνα με την ηγεσία του υπουργείου Ανάπτυξης αλλά και επιχειρηματίες του κλάδου στα σουπερμάρκετ δεν υπάρχουν ελλείψεις, οι φόβοι για το τι θα γίνει το επόμενο διάστημα μεγαλώνουν αφού η «παγκόσμια καραντίνα» είναι βέβαιο ότι επηρεάζει και την Ελλάδα, η οποία είναι μια χώρα εξαρτώμενη σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές.

Οι επιπτώσεις μάλιστα, όπως εκτιμούν στελέχη της αγοράς, μπορεί να αφορούν και τις τιμές καθώς οι εναλλακτικοί διάδρομοι για τις εισαγωγές που αναζητούνται αυξάνουν το μεταφορικό κόστος για τις επιχειρήσεις.

Σύμφωνα με εισαγωγείς από διάφορους κλάδους, πριν από έναν μήνα ο χρόνος παράδοσης ενός φορτίου από την Κίνα ήταν στις 30-40 ημέρες. Σήμερα χρειάζονται 65 ημέρες για την επιβεβαίωση της αποδοχής της παραγγελίας, με επιχειρήσεις από τον κλάδο των ηλεκτρονικών, των παιχνιδιών, των ανταλλακτικών κ.λπ. να έχουν τα μεγαλύτερα προβλήματα.

Ταυτόχρονα πρόβλημα υπάρχει και με τα φορτία που έρχονταν από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς η Ιταλία αποτελεί χώρα διέλευσης και τα μέτρα που έχουν ληφθεί δημιουργούν καθυστερήσεις αλλά και αύξηση του κόστους για τις επιχειρήσεις εκείνες που αναζητούν άλλες διαδρομές για να παρακάμψουν την Ιταλία.

Μόνο σενάρια

Οι συνθήκες που αντιμετωπίζει ο επιχειρηματικός κόσμος μοιάζουν με αυτές ενός «ιδιότυπου πολέμου», στον οποίο κανείς δεν μπορεί ακόμα να προβλέψει την εξέλιξη, παρά μόνο να κάνει σενάρια για να μπορέσει να προετοιμαστεί, ακόμα και για τις πλέον ακραίες συνθήκες. «Ελπίζουμε ότι θα υπάρξει ύφεση έως τον Απρίλιο διότι εάν αυτό δεν συμβεί τότε μιλάμε για απώλειες στην οικονομία που δύσκολα θα μπορέσουν να αντιμετωπιστούν» λέει ο Βασίλης Κορκίδης, πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιά.

Σύμφωνα με τον ίδιο, ήδη το πλήγμα για την παγκόσμια ναυτιλία υπολογίζεται στα 2 δισ. δολάρια και με δεδομένο ότι το 20% των πλοίων είναι ελληνόκτητο μπορεί κανείς να αντιληφθεί το πρόβλημα για την Ελλάδα.

Χθες στο υπουργείο Ανάπτυξης πραγματοποιήθηκε σύσκεψη εκπροσώπων αλυσίδων σουπερμάρκετ με την ηγεσία του υπουργείου αναφορικά με το εάν υπάρχουν ελλείψεις προϊόντων και ανατιμήσεις. Η εικόνα που μεταφέρθηκε ήταν καθησυχαστική, με τους επιχειρηματίες να κάνουν λόγο για επάρκεια και σταθερές τιμές, σημειώνοντας ότι σύντομα θα αποκατασταθούν και οι ελλείψεις σε αντιβακτηριδιακά είδη και απολυμαντικά.

Ο υφυπουργός Ανάπτυξης Νίκος Παπαθανάσης δήλωσε ότι δεν υπάρχει ούτε πρόκειται να υπάρξει έλλειψη αγαθών στην αγορά και πως το καταναλωτικό κοινό «πρέπει να είναι βέβαιο ότι το υπουργείο Ανάπτυξης παρακολουθεί στενά την προμήθεια και τις τιμές των αγαθών και δεν υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας».

Οι εκπρόσωποι των σουπερμάρκετ ζήτησαν να διευρυνθεί το ωράριο τροφοδοσίας των αλυσίδων, έτσι ώστε να γίνει πιο ομαλή η τροφοδοσία των καταστημάτων. Σύμφωνα με τους ίδιους, η κίνηση στην αγορά είναι ιδιαίτερα αυξημένη τις τελευταίες ημέρες, ενώ και η αγορά των ηλεκτρονικών καταστημάτων παρουσιάζει αύξηση καθώς αρκετοί είναι οι καταναλωτές που επιλέγουν να μην κάνουν τα ψώνια τους στα φυσικά καταστήματα, σε μια προσπάθεια περιορισμού της έκθεσής τους σε πιθανό κίνδυνο.