Ενα τηγάνι, μία σκούπα, ένα ρολόι, αρκετά βιβλία, μια κουβέρτα, ένα καθρεφτάκι, πιάτα, τασάκια και μια εικόνα της Παναγίας. Οικιακά αντικείμενα που βρίσκονται σχεδόν σε όλα τα νοικοκυριά, άτακτα  αφημένα στη σκιά ενός μεγάλου δέντρου, στο άνοιγμα δύο βράχων ή σε μια σπηλιά απέναντι από την Ακρόπολη. Ακολουθώντας τις σπειροειδείς διαδρομές που ξεκινούν στη συμβολή της Διονυσίου Αρεοπαγίτου και της Αποστόλου Παύλου, με πλάτη στον Ιερό Βράχο, όπως χάνεται κανείς ανάμεσα σε τουρίστες στον λόφο του Φιλοπάππου θα συναντήσει φιγούρες βγαλμένες από τις σελίδες του Ουγκώ.

Φυσιογνωμίες οι οποίες κατά έναν περίεργο τρόπο δένουν με το βραχώδες, άγριο (παρά την ανθρώπινη παρέμβαση) περιβάλλον. Πρόκειται για τους κατοίκους μιας από τις πιο ιδιότυπες συνοικίες της Αθήνας: τους σύγχρονους ανθρώπους των σπηλαίων ή απλώς τους άστεγους του Φιλοπάππου.

 

Μια ιδιότυπη γειτονιά

Μια χούφτα συμπολίτες μας, διαφόρων ηλικιών και εθνικοτήτων, έχουν στήσει στον καταπράσινο λόφο τη δική τους γειτονιά που όπως και στις «κανονικές» υπάρχουν οι ίντριγκες, τα πάθη, τα προβλήματα, τα παράπονα, η αγανάκτηση, η χαρά, ενώ μερικές στιγμές φαίνεται ότι οι μόνες που λείπουν είναι οι… στέγες. Αυτή ακριβώς είναι και η περιγραφή που δίνει στα «ΝΕΑ» ο 67χρονος Μάνθος: «Υπάρχουν οι καλοί και οι κακοί γείτονες. Ετσι δεν συμβαίνει παντού;». Ο ίδιος ζει στους δρόμους για περισσότερα από 15 χρόνια, μα τα περισσότερα από αυτά στο σημαντικότατο για την οχύρωση της αρχαίας Αθήνας ύψωμα. Είναι μόνο ένας από τους «περίπου 10 με 30» που ξεκαλοκαιριάζουν στου Φιλοπάππου. Αλλοι σε σπήλαια, άλλοι σε καλύβες, σε σκηνές και παγκάκια περνούν την ημέρα τους διαβάζοντας, συζητώντας και - συνηθέστερα μόνοι - σκεπτόμενοι το παρελθόν και σχεδιάζοντας το μέλλον. «Ο καθένας έχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία πίσω του», λέει ο 67χρονος που έχασε τα πάντα όταν «κάηκε στην τελευταία δουλειά».

 

H ζωή στο λόφο

Αριστερά και δεξιά της περιπατητικής διαδρομής, που στα τέλη της δεκαετίας του '50 σχεδίασε ο αρχιτέκτονας Δημήτρης Πικιώνης με σκοπό την ανάδειξη των αρχαιοτήτων της περιοχής, μέσα στο αλσύλλιο βρίσκονται τα «νοικοκυριά» τους. «Οι περισσότεροι έρχονται και φεύγουν. Τη μια ημέρα τους βλέπεις και την άλλη έχουν εξαφανιστεί», εξηγεί ο 58χρονος Φίλιππος που ανέλαβε τον ρόλο του ξεναγού.

Κάθεται συνήθως σε ένα συγκεκριμένο παγκάκι, κάτω από πεύκα, όπου εκτός από τη συντροφιά των βιβλίων του απολαμβάνει και αυτή της σκυλίτσας του, η οποία επίσης του προσφέρει ασφάλεια. «Είδατε τι έγινε πέρυσι με το παλικάρι που σκότωσαν για να το ληστέψουν… Εκτοτε οι περιπολίες έχουν αυξηθεί, όμως η έκταση είναι τεράστια και ποτέ δεν επαρκούν, οπότε πρέπει να προσέχουμε. Τα σκυλιά αν δουν κάποιον ύποπτο προειδοποιούν», συνεχίζει.

Εκτός από το διάβασμα, ο κύριος Φίλιππος καταπιάνεται με τα sudoku, στις τελευταίες σελίδες των πολλών εφημερίδων και περιοδικών που έχει κρατήσει επειδή αφενός τον ενδιαφέρουν συγκεκριμένα άρθρα και αφετέρου θέλει να παραμένει ενημερωμένος (κατάλοιπο, ίσως, της πρότερης ζωής του και της εργασίας του στον χώρο του Τύπου).

Μάλιστα, τις τελευταίες ημέρες προσπαθεί να μεταδώσει τις γνώσεις του στο ιαπωνικό παζλ σε έναν φίλο που κάνει τη βόλτα του στον λόφο. Ακόμα, βοηθά εθελοντικά στην επιδιόρθωση ζημιών σε πάγκους και παγκάκια, φροντίζει δέντρα και φυτά, ταΐζει τις εκατοντάδες χελώνες του άλσους και προσπαθεί να κρατά τον χώρο καθαρό. «Οι άνθρωποι που μένουν εδώ είναι οι πρώτοι που βρίσκουν και μαζεύουν τα σκουπίδια όσων ξενυχτούν στον λόφο. Πριν ακόμα και από τους δημοτικούς υπαλλήλους», περιγράφει.

 

Ανθρώπινες ιστορίες

Λίγα μέτρα πιο πάνω, μένει το τελευταίο διάστημα ένας μεσήλικος πολωνός εργάτης που έμεινε άνεργος στα χρόνια της κρίσης και έχει βρει καταφύγιο στο αλκοόλ, ένας συνομήλικος Κούρδος ιρακινής καταγωγής - οπαδός του Σαντάμ, όπως υπερήφανα ξεκαθαρίζει - που εσχάτως βρήκε δουλειά σε οικοδομή και σχεδιάζει να φύγει από τη συνοικία με τη θέα της πρωτεύουσας «πιάτο», δύο Ρώσοι από τη Σιβηρία «που ούτε αυτοί αντέχουν το κρύο του χειμώνα στον λόφο», ένας ομογενής πρώην κατάδικος που όμως έχει ξεκόψει με την οικογένειά του, ένας Ολλανδός αγνώστων λοιπών στοιχείων αλλά και ο μοναδικός… επώνυμος του Φιλοπάππου: Ο Ματθαίος Μονσελάς, η ιστορία του οποίου είχε μονοπωλήσει τα αστυνομικά δελτία τον Ιανουάριο του 1994, όταν κατόπιν παράκλησης της ίδιας είχε δολοφονήσει την οδοντίατρο Γιόλα Βαγενά. Πλέον ελάχιστοι γνωρίζουν την πραγματική ταυτότητά του, αφού και ο ίδιος φροντίζει να την κρατά κρυφή, όπως εξάλλου και οι περισσότεροι γείτονές του.