Το μπαράζ δημοσκοπήσεων των τελευταίων εβδομάδων επιτρέπει διάφορες εκτιμήσεις για τη σταθερή πρώτη θέση της ΝΔ, τον αναδυόμενο νέο δικομματισμό, τη βαρύτητα ή όχι του Μακεδονικού και τις προοπτικές των μικρότερων κομμάτων.

Παρότι οι δημοσκοπήσεις αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα ως προς την εγκυρότητα των προβλέψεων, ως αποτέλεσμα τόσο της δυσκολίας να συναντούν πολίτες πρόθυμους να απαντήσουν αλλά και της ίδιας της ρευστότητας των πολιτικών εκπροσωπήσεων σε όλη την περίοδο που έχει ως αφετηρία τις εκλογές του 2012, εντούτοις εξακολουθούν να προσφέρονται για συμπεράσματα ως προς τις δυναμικές του πολιτικού σώματος.

Με αυτή την έννοια, μπορούμε να δούμε μια σειρά από συμπεράσματα από τις δημοσκοπήσεις που έχουν δει το τελευταίο διάστημα το φως της δημοσιότητας.

 

Η σαφής πρώτη θέση της ΝΔ και ο νέος δικομματισμός

Το πρώτο συμπέρασμα από τις δημοσκοπήσεις είναι ότι παγιώνεται η πρώτη θέση της ΝΔ και αντίστοιχα η δεύτερη θέση του ΣΥΡΙΖΑ, με μεγάλη απόσταση από το τρίτο κόμμα. Ενδεικτικό ότι στις περισσότερες δημοσκοπήσεις κανένα άλλο κόμμα δεν συγκεντρώνει διψήφιο ποσοστό.

Η πρωτιά της ΝΔ είναι ένα μόνιμο χαρακτηριστικό, αν και συνδυάζεται ολοένα και περισσότερο με την αίσθηση ότι αγγίζει το όριο μιας προεκλογικής συσπείρωσης των ψηφοφόρων της. Αυτό εγγυάται την πρώτη θέση αλλά αναδεικνύει ως διακύβευμα το εάν θα μπορέσει να προσελκύσει και σε ποια κλίμακα ψηφοφόρους άλλων κομμάτων και πρώτα και κύρια του ΣΥΡΙΖΑ.

Η σαφής αυτή πρωτιά σημαίνει ότι βασική διεκδίκηση της ηγεσίας της ΝΔ είναι η αυτοδυναμία, ενώ ταυτόχρονα εξηγεί και γιατί η ΝΔ σε αυτή τη φάση σαφώς επιλέγει τη δική της στρατηγική πόλωσης, αρνούμενη να δώσει οποιαδήποτε «χείρα βοηθείας» στην κυβέρνηση, ιδίως σε αντιδημοφιλή ζητήματα όπως η Συμφωνία των Πρεσπών.

Η δεύτερη θέση του ΣΥΡΙΖΑ αντίθετα, συνδυάζεται ακόμη με χαμηλό σχετικά ποσοστό συσπείρωσης, πράγμα που εξηγεί τη συστηματική προσπάθεια του κυβερνώντος κόμματος να κάνει μια παρατεταμένη προεκλογική εκστρατεία και να αποφεύγει μέχρι τώρα τις πρόωρες εκλογές, όμως την ίδια στιγμή δεν φαίνεται μια εντυπωσιακή αντιστροφή της τάσης. Προφανώς και την ώρα της κάλπης τα αποτελέσματα θα έχουν λιγότερους αναποφάσιστους και υψηλότερα ποσοστά των δύο κομμάτων, αλλά δεν φαίνεται εφικτό να αντιστραφεί ο σημερινός συσχετισμός. Ούτε φαίνεται να αποδίδει ιδιαίτερα μέχρι στιγμής τουλάχιστον εκλογικά η προσπάθεια της κυβέρνησης να στοχοποιήσει μέρος των στελεχών της ΝΔ γύρω από υποθέσεις διαπλοκής.

Σε κάθε περίπτωση εάν ο στόχος που έχει θέσει η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ είναι μια ήττα στις εκλογές τέτοιας που να κατοχυρώνει τη θέση του ΣΥΡΙΖΑ ως του άλλου πόλου στο πολιτικό σκηνικό, αυτός ο στόχος δείχνει να είναι εφικτός.

Το σίγουρο είναι ότι πάμε σε έναν νέο δικομματισμό. Πιο μικρό ως προς την κλίμακα του αθροίσματος σε σχέση με την εποχή που ΠΑΣΟΚ και ΝΔ μπορεί να είχαν και πάνω από 80% του εκλογικού σώματος, αλλά σίγουρα με σαφή τάση προς ένα σκηνικό με δύο μεγάλα κόμματα και ένα φάσμα μικρότερων. Τόσο η ΝΔ δείχνει κυρίαρχη στο χώρο της κεντροδεξιάς όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ εντός του ευρύτερου κεντροαριστερού χώρου, χωρίς να διαφαίνεται το ενδεχόμενο και για τα δύο κόμματα να δουν τη θέση τους να αμφισβητείται στο εγγύς μέλλον.

Η επίδραση του Μακεδονικού

Σε σχέση με το Μακεδονικό είναι σαφές ότι όλες οι μετρήσεις της κοινής γνώμης αποτυπώνουν ένα σημαντικό ποσοστό απόρριψης της συμφωνίας. Η τάση απόρριψης δεν αφορά μόνο τα κόμματα της αντιπολίτευσης που τάχθηκαν κατά της συμφωνίας αλλά ακόμη και το χώρο του ΣΥΡΙΖΑ. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Γ. Μαυρή ένα ποσοστό 45% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 είναι σήμερα αντίθετο στη συμφωνία. Αντίστοιχα, το μεγαλύτερο μέρος των υποστηριχτών της συμφωνίας είναι και ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ.

Την ίδια στιγμή στις περισσότερες έρευνες οι πολίτες ιεραρχούν ως σοβαρότερα προβλήματα τα οικονομικά και κοινωνικά. Αντίστοιχες και οι απαντήσεις ως προς το πώς επιλέγουν το ποιο κόμμα θα ψηφίσουν.  Για παράδειγμα σύμφωνα με το Πολιτικό Βαρόμετρο της Public Issue το 59% των πολιτών αναφέρει ως κύριο πρόβλημα το οικονομικό ενώ μόνο το 27% την εξωτερική πολιτική. Αντίστοιχα στην έρευνα της Rass για το in,gr το 47,5% αναφέρει την καθημερινότητα των πολιτών ως κριτήριο για την επιλογή κόμματος και μόνο το 21,5% τη στάση του κόμματος απέναντι στη συμφωνία των Πρεσπών.

Επομένως το Μακεδονικό παίζει έναν άμεσο ρόλο σε ένα σχετικά περιορισμένο (αλλά όχι ασήμαντο) τμήμα του εκλογικού σώματος, όμως την ίδια στιγμή υπάρχουν ενδείξεις ότι έμμεσα συμβάλει σε μια ιδιότυπη μερική αποξένωση του ΣΥΡΙΖΑ από ένα σημαντικό τμήμα ψηφοφόρων, ιδίως αυτών που είχαν ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ το 2015, απομακρύνθηκαν στη συνέχεια και σήμερα το κυβερνών κόμμα προσπαθεί να τους επανασυσπειρώσει.

Ενδεικτικά τα στοιχεία που παραθέτει ο Γιάννης Μαυρής στην έρευνα της Public Issue. Ενώ μόνο το 9% όσων σήμερα δηλώνουν ότι θα ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ είναι κατά της συμφωνίας, αρνητική θέση για τη Συμφωνία των Πρεσπών έχουν το 45% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ το Σεπτέμβριο του 2015 και το 72% των ψηφοφόρων που απομακρύνθηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ μετά το 2015.

Είναι ακριβώς αυτό το στοιχείο αποστασιοποίησης από τη γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ ως προς το Μακεδονικό ενός σημαντικού τμήματος ψηφοφόρων του που προσπαθεί τώρα να επανασυσπειρώσει, που μπορεί να κάνει τη Συμφωνία των Πρεσπών κρίσιμη παράμετρο της εκλογικής μάχης.

Σε κάθε περίπτωση αποτελεί παράμετρο που δυσκολεύει την προσπάθεια του κυβερνώντος κόμματος να διαμορφώσει δυναμική επανασυσπείρωσης με άξονα την έξοδο από τη μνημόνια, τα μέτρα «κοινωνικού προσώπου και υποσχέσεις κάποιων κοινωνικών παροχών.

 

Η σταθερή παρουσία της ακροδεξιάς

Όλες οι δημοσκοπήσεις επιβεβαιώνουν ότι η Χρυσή Αυγή, σταθεροποιεί την εκλογική της παρουσία, με δημοσκοπήσεις να της δίνουν μεγαλύτερο ποσοστό από αυτό που είχε στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015 και σε αρκετές περιπτώσεις διεκδικεί και την τρίτη θέση. Αν σε αυτό προσθέσουμε και την καταγραφή σε ορισμένες δημοσκοπήσεις αρκετά υψηλών ποσοστών της Ελληνικής Λύσης του Κ. Βελόπουλου, γίνεται σαφές ότι εξακολουθεί να υπάρχει ένας ισχυρός ακροδεξιός πόλος μέσα στο πολιτικό σκηνικό.

 

Η δύσκολη θέση της Κεντροαριστεράς

Είναι προφανές ότι ο ευρύτερος χώρος της Κεντροαριστεράς δεν πηγαίνει σε αυτές τις εκλογές με τη μέγιστη δυναμική. Η κατάρρευση του αρχικού εγχειρήματος του ΚΙΝΑΛ ως συσπείρωσης ανάμεσα στο χώρο του ΠΑΣΟΚ και του Ποταμιού είχε αρνητική επίπτωση και στην εκλογική δυναμική. Παρότι ως προς την εκλογική επιρροή του ΚΙΝΑΛ υπάρχουν διαφορετικές εκτιμήσεις στις έρευνες, με ορισμένες εταιρείες να εκτιμούν ότι θα ξεπεράσει το ποσοστό του 2015, το σίγουρο είναι ότι με δεδομένη την πολύ μεγάλη δημοσκοπική υποχώρηση του Ποταμιού, ο συνολικός χώρος της Κεντροαριστεράς δείχνει να εμφανίζεται σχετικά αποδυναμωμένος και σίγουρα απέχει πολύ από το να μπορεί να αμφισβητήσει την πρωτοκαθεδρία του ΣΥΡΙΖΑ σε αυτό που συνηθίσαμε να ονομάζουμε «προοδευτικό χώρο». Από την άλλη, θα μπορούσε κανείς να επισημαίνει ότι η προσπάθεια του κυβερνώντος κόμματος να λεηλατήσει περαιτέρω αυτό το χώρο, μάλλον επίσης συναντά ένα όριο.

Ο κατακερματισμός της πέραν του ΣΥΡΙΖΑ αριστεράς και η σταθερή θέση το ΚΚΕ

Ένας από τους παράγοντες που εξηγούν τη διατήρηση ενός όχι ευκαταφρόνητου ποσοστού από τον ΣΥΡΙΖΑ, παρά τη σημαντική φθορά από τα 4 χρόνια μνημονιακής ουσιαστικά κυβερνητικής διαχείρισης στην οποία επιδόθηκε, ήταν ότι με την εξαίρεση του ΚΚΕ, το τοπίο στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ είναι αρκετά κατακερματισμένο.

Ως προς το ίδιο το ΚΚΕ, όλες οι δημοσκοπήσεις προεξοφλούν ότι θα έχει ένα ποσοστό ανεβασμένο σε σχέση με τις εκλογές του 2015 και ότι θα μπορέσει να είναι ένας χώρος υποδοχής δυσαρεστημένων αριστερών ψηοφόρων, είτε είχαν ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ στις προηγούμενες εκλογές είτε όχι. Δεν είναι τυχαίο ότι προβάλλει συστηματική τα στελέχη άλλων χώρων που τώρα επιλέγουν να το στηρίξουν, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον πρώην υπεύθυνο οικονομικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ καθηγητή Γιάννη Μηλιό.

Όμως από εκεί και πέρα το τοπίο που διαμορφώνεται με την αδυναμία συνεννόησης ανάμεσα στην Λαϊκή Ενότητα και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, την επιμονή της Πλεύσης Ελευθερίας σε έναν αυτόνομο δρόμο (γύρω από ένα σχήμα ούτε δεξιά ούτε αριστερά) και την επίσης αυτόνομη διαδρομή του Γιάνη Βαρουφάκη και του ΜεΡΑ25 (εξαιτίας και της επιμονής σε μια θέση «αριστερού ευρωπαϊσμού» που δεν συμμερίζονται οι προαναφερθέντες χώροι), δεν επιτρέπει τη διαμόρφωση ισχυρής εκλογικής δυναμική.

 

Πεντακομματική ή εξακομματική Βουλή;

Οι περισσότερες έρευνες κατατείνουν σε ένα ενδεχόμενο πεντακομματικής Βουλής. Καταρχάς τόσο το Ποτάμι όσο και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες δείχνουν να μην μπορούν να ανακάμψουν από την σημαντική υποχώρησή τους και βλέπουν όλο και πιο πιθανό το μετασχηματισμό τους σε εξωκοινοβουλευτικές δυνάμεις.

Το ίδιο ισχύει μάλλον και με την Ένωση Κεντρώων έστω και εάν ο κοινοβουλευτικά αποδεκατισμένος σχηματισμός του Βασίλη Λεβέντη επιδεικνύει μια σχετική δημοσκοπική αντοχή.

Αντίστοιχα, δεν έχει ακόμη διαφανεί εάν η ακροδεξιά Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου θα μπορέσει τελικά να ξεπεράσει τα σημερινά της ποσοστά.

Σε κάθε περίπτωση το εάν θα έχουμε πεντακομματική ή εξακομματική βουλή και κυρίως το συνολικό ποσοστό που θα πάρουν τα κόμματα που θα μείνουν εκτός Βουλής είναι μια κρίσιμη παράμετρος που θα καθορίσει και που θα είναι τελικά και το όριο για την αυτοδυναμία του πρώτου κόμματος. Για να δώσουμε ένα μέτρο σύγκρισης: στην οκτακομματική Βουλή του Σεπτεμβρίου του 2015, το ποσοστό των κομμάτων εκτός Βουλής ήταν 6,3% και το όριο της αυτοδυναμίας ήταν στο 38%. Αν όμως το ποσοστό των εκτός Βουλής κομμάτων αυξηθεί στο 10% τότε το ποσοστό αυτοδυναμίας πέφτει στο 36,5% για το πρώτο κόμμα.