Η πρόσφατη περιπέτεια του κάποτε συμπαθέστατου Στηβ Γιατζόγλου πέρασε μάλλον στα ψιλά γιατί δεν είχε μεγάλη διάρκεια: ο –κατά τους μπασκετικούς –«Στηβάρας» υπήρξε προπονητής του Πανιωνίου για κάτι ελάχιστες ώρες την περασμένη εβδομάδα. Μόλις ακούστηκε ότι θα αναλάβει την ομάδα, φούντωσαν οι αντιδράσεις των οργανωμένων οπαδών της ομάδας της Νέας Σμύρνης και η απόφαση πρόσληψής του ακυρώθηκε: βγήκαν μάλιστα και δυο ανακοινώσεις από την ΚΑΕ για να εξηγήσει το γιατί. Ο Γιατζόγλου πλήρωσε ότι έχει εκφραστεί δημοσίως υπέρ της Χρυσής Αυγής –ο κόσμος του Πανιωνίου δεν του το συγχώρεσε.

Φασίστας

Είναι φασίστας ο Γιατζόγλου; Χωρίς να τον έχω συναναστραφεί προσωπικά, είμαι βέβαιος πως για τις βασικές θέσεις του κόμματος του Νίκου Μιχαλολιάκου δεν έχει ιδέα. Το βιογραφικό του Γιατζόγλου θα έπρεπε να είναι απόδειξη πως δεν έχει καμία σχέση με φασιστικά κηρύγματα –όσες δυσκολίες κι αν η ελληνική οικονομική κρίση του δημιούργησε του Στηβ είναι δύσκολο να τον φανταστείς ως υποστηρικτή των θέσεων των νοσταλγών των Ναζί. Ο Γιατζόγλου είναι γιος μεταναστών και για να κάνει καριέρα ξενιτεύτηκε και από τις δυο χώρες που αγαπάει: το ‘χει κάνει μάλιστα κάμποσες φορές, αφού έπαιξε μπάσκετ και στο Ισραήλ, ενώ ως προπονητής δούλεψε μέχρι και στην Κορέα. Η δική του επιτυχία είναι η απόδειξη πως το Μεταναστευτικό π.χ. δεν αντιμετωπίζεται με πογκρόμ: αν στις ΗΠΑ υπήρχαν κλειστά σύνορα, η οικογένεια του Γιατζόγλου δεν θα πατούσε εκεί το πόδι της. Ως προπονητής δουλεύει με παιδιά και διδάσκει αξίες: δεν μου προκύπτει ότι λέει στους παίκτες του ότι οι Ελληνες είναι ανώτεροι από τους ξένους –ίσα ίσα τον θυμάμαι να εξηγεί ωραία στην τηλεόραση το γιατί ο Ολυμπιακός, που πάντα αγαπάει, χρειάζεται καλύτερους Αμερικανούς. Δεν ανήκει επίσης σε κάποια περιθωριακή κοινωνική ομάδα: από τότε που τον θυμάμαι είναι κοσμοπολίτης, γυναικάς, άνθρωπος που δεν μισεί ούτε τον δυτικό μας πολιτισμό, ούτε το life style του. Αλλά έχει δυο χαρακτηριστικά που εξηγούν την παράξενη πολιτική του σκέψη: νιώθει ότι υπάρχει μια καταπιεστική πολιτική κορεκτίλα που τον περιορίζει (και σε αυτό μοιάζει αρκετά με τους λευκούς νότιους ψηφοφόρους του Ντόναλντ Τραμπ, τον οποίο θαυμάζει) και την ίδια στιγμή είναι φανερό ότι έχει και το παράπονο του ανθρώπου, που πιστεύει ότι δεν έκανε την καριέρα που του άξιζε, γιατί ήταν ένας μοναχικός καουμπόι, που οι άλλοι δεν καταλάβαιναν. Σε κάνουν αυτά φασίστα; Δύσκολο. Αλλά η απέχθεια για το πολιτικό mainstream και η πίκρα, γιατί δεν σε εκτίμησαν όσο θα ‘θελες, μπορεί να σε στείλουν στον χώρο των πολιτικών άκρων. Αλλοι πάνε αριστερά, ο Στηβ πήγε δεξιά: η διαδρομή και οι λόγοι είναι ίδιοι.

Κόστος

Αν ο Γιατζόγλου, γιος μεταναστών αλλά και κοσμοπολίτης και κοσμογυρισμένος, αγκάλιασε κάποτε τον Μιχαλολιάκο είναι γιατί η όποια οργή του (δικαιολογημένη ή αδικαιολόγητη έχει πραγματικά μικρή σημασία) αναζήτησε κάποια στιγμή πολιτική έκφραση. Μετά το 2010, στην Ελλάδα της χρεοκοπίας, υπήρξαν συγκεκριμένοι πολιτικοί χώροι που έπεισαν ακόμα και ανθρώπους, που η οικονομική κρίση τους άγγιξε ελάχιστα, ότι η έκφραση της οργής, η περιφρόνηση της δημοκρατικής συμπεριφοράς, η ίδια η έκπτωση του πολιτικού λόγου είναι πολιτικές θέσεις και μάλιστα σοβαρές. Στη χώρα μας η μισαλλοδοξία πωλήθηκε ως πολιτική στάση και για χρόνια υπήρχε κόσμος που ήθελε να δει κρεμασμένους, μιλώντας εύκολα για «γερμανοτσολιάδες», «προδότες και προσκυνημένους». Αυτός ο λόγος, ακραίος και επιθετικός και πάντα λαϊκίστικος κι ανεύθυνος, γέννησε αριστεροδέξια κινήματα πολιτών που κραύγαζαν, που έδερναν, που επιτίθεντο σε πολιτικούς ή άλλους, έχοντας στο μυαλό τους ότι μάχονται ένα ένοχο και διεφθαρμένο σύστημα. Ολο αυτό το πανηγύρι του μίσους υπήρξε δυστυχώς γοητευτικό ακόμα και για ανθρώπους όπως είναι ο Γιατζόγλου, που ούτε σε πλατείες κατέβηκε κι ούτε βιτρίνες έσπασε. Αυτοί «οι διάσημοι αγανακτισμένοι», στη λογική του «αγαπάω την πατρίδα μου και μισώ όσους την κατέστρεψαν», αγκάλιασαν το πολιτικό σκοτάδι νομίζοντας ότι τιμωρούν το σύστημα. Η τιμωρία του συστήματος στο χρηματιστήριο των διαλυμένων αξιών έγινε μετά το 2010 η καλύτερη επένδυση: οι «διάσημοι αγανακτισμένοι» στάθηκαν δίπλα στον απλό κόσμο, που έβριζε πολιτικούς και ζητούσε κεφάλια –ήθελαν ο κοσμάκης να τους αγαπάει, καταλαβαίνοντας ότι η οργή ήταν πραγματικά της μόδας. Οι διάσημοι τη μόδα την ακολουθούν, μόνο που η συγκεκριμένη μόδα έχει κόστος. Θα ‘λεγα ευτυχώς.

Εμπόριο

Οταν πριν από ενάμιση χρόνο ο Γιατζόγλου είχε φωτογραφισθεί με τον Μιχαλολιάκο, αμφιβάλλω αν είχε ιδέα ποιον ακριβώς είχε μπροστά του. Την επόμενη μέρα της κυκλοφορίας της φωτογραφίας είχε μιλήσει στο ραδιόφωνο. Οταν του είπαν τις θέσεις της Χρυσής Αυγής για τον Αντετοκούνμπο π.χ. (τον οποίο αληθινά θαυμάζει…) τα έχασε και θυμάμαι ότι για να δικαιολογήσει τις πολιτικές του θέσεις είχε αρχίσει να μιλάει κι αυτός για αυτούς που αυτοκτονούν (λες και στη Σουηδία π.χ. δεν αυτοκτονούν…), για τις γερμανικές αποζημιώσεις που θα μας δώσει το Δικαστήριο της Χάγης (!), για τα σαράντα Μνημόνια που κάποιοι υπέγραψαν κτλ. Ο λόγος του, παραληρηματικός και χειμαρρώδης, αλλά και θεατρικός και παραπονιάρικος, θύμιζε συγχυσμένο καφενόβιο που θέλει να καταλάβεις τα δίκια του και να συμφωνήσεις ότι όποιος κατέστρεψε την πατρίδα θέλει κρέμασμα. Οταν ο «Στηβάρας» σταμάτησε να συνθηματολογεί οργισμένος, καταλάβαινες ότι πίσω από τα λόγια του δεν υπάρχει καμία πολιτική σκέψη, παρά μόνο αμηχανία πασπαλισμένη με πατριωτικές κορόνες. Ομως έχει στο μεταξύ πέσει θύμα της δημόσιας εικόνας του: κανείς δεν πρόσεχε τι έλεγε, ώστε να τον αθωώσει λόγω ρηχότητας, αλλά όλοι έμειναν στην αγκαλιά με τον Μιχαλολιάκο, κι αυτό αρκούσε για να εξοργιστούν όσοι στη σκέψη μιας τέτοιας συμπόρευσης εξοργίζονται. Ο οργισμένος Στηβ εξοργίζει άλλους οργισμένους και το γαϊτανάκι της οργής συνεχίζεται. Η Χρυσή Αυγή με το εμπόριο της οργής τα πάει μια χαρά: αλίμονο στον Γιατζόγλου. Που αμφιβάλλω αν κατάλαβε πως το κόστος της έκφρασης της οργής, που η Χρυσή Αυγή προσφέρει δωρεάν, είναι η οργή που νιώθουν άλλοι για τη Χρυσή Αυγή και τους τρόπους της.

Ιστορία

Οι μπασκετικές ιστορίες του Γιατζόγλου πάντα με διασκέδαζαν. Ως προπονητής λατρεύει τις επικίνδυνες αποστολές –τον Πανιώνιο θα τον βοηθούσε. Αλλά του άρεσε ο ρόλος του «αγανακτισμένου διάσημου», που καταλαβαίνει τον οργισμένο κοσμάκη. Ο «Στηβάρας» ήθελε απλά να μας δείξει ότι εξοργίζεται για τις περιπέτειες της πατρίδας του –καλά καλά δεν καταλαβαίνεις, όταν μιλάει για αυτή, αν αναφέρεται στην Ελλάδα ή στην Αμερική. Νόμιζε πως η τοποθέτησή του δεν θα προκαλούσε κανέναν: στο φινάλε είναι πάντα ο Στηβ που λέει ωραίες ιστορίες. Τώρα είναι ο ίδιος μια ιστορία. Καθόλου ωραία, αλλά αρκετά διδακτική.