Ηδη από την πρώτη ανάγνωση ο τίτλος του τρίτομου έργου προκαλεί την περιέργεια, ίσως και το δέος: «Ιστορία της αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής μουσικής». Ο σπουδαίος μουσικολόγος, ερευνητής και συνθέτης Χριστόδουλος Χάλαρης το παρέδωσε χθες στη δημοσιότητα δίνοντας το περίγραμμα της 40ετούς έρευνάς του. Ποια είναι η εκκίνηση, αλήθεια, σε αυτή την καταγραφή; «Το πρώτο μουσικό κομμάτι γράφηκε τον 7ο π.Χ. αιώνα και είναι ο πρώτος Πυθιόνικος του Πινδάρου. Ομως η διαδρομή της μουσικής μέχρι τη σημερινή μορφή της έχει πολλές διακλαδώσεις. Κάποιες από αυτές ελπίζω να αποτύπωσα σε αυτούς τους τρεις τόμους».
Πολύτιμες γνώσεις για τη συγγραφή αυτού του σημαντικού έργου πρόσφεραν οι επισκέψεις του Χριστόδουλου Χάλαρη σε βιβλιοθήκες του κόσμου, όπου βρήκε και φωτογράφισε σπάνια έργα. «Εχουμε μεγάλη μουσική παράδοση, με πάνω από 250.000 μουσικά χειρόγραφα, άπαιχτα έργα που βρίσκονται τόσο στις βιβλιοθήκες του Αγίου Ορους όσο και στις ευρωπαϊκές, όπως αυτή του Βατικανού». Εκτιμάται, όπως λέει ο ίδιος, ότι το 92% της αρχαίας ελληνικής γραμματείας κάηκε από τον στρατό του Μωάμεθ. «Αφαιρέθηκε έτσι σημαντική επιστημονική και φιλοσοφική γνώση από την ανθρωπότητα».
Αλλά το ταξίδι του έργου του, όπως λέει, αρχίζει πολύ νωρίτερα. «Εκανα μια διατριβή (1964-1975) στη Γαλλία υπό τη διεύθυνση του Ιάννη Ξενάκη με θέμα τη βυζαντινή παρασημαντική (σ.σ. η μουσική γραφή των Βυζαντινών). Τα σύμβολα της βυζαντινής γραφής έχουν αλγοριθμική υπόσταση. Αυτό το ανακάλυψα τότε, όταν μελετούσα με τον Ξενάκη. Το καθένα από αυτά τα έργα, δηλαδή, είναι ένα μικρό πρόγραμμα για υπολογιστή. Η «αυτοματοποιητική», λοιπόν, ήταν ανεπτυγμένη από εκείνα τα χρόνια». Υπάρχει όμως ένα ακόμη συμπέρασμα  το οποίο έκανε τον επίμονο ερευνητή να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο έργο: «Λέγεται κατά κόρον ότι οι Βυζαντινοί έγραφαν κυρίως θρησκευτική μουσική. Ομως, όταν διαπίστωσα το τέλειο μουσικό τους σύστημα, θεώρησα ότι σε καμία περίπτωση δεν το εξέλιξαν μόνο για ένα είδος μουσικής. Το σύστημά τους ήταν πολύ πιο προηγμένο από αυτό που χρησιμοποιούμε σήμερα και είμαι βέβαιος ότι δεν το χρησιμοποιούσαν μόνο για να καταγράψουν μερικούς ύμνους και να εξυπηρετήσουν το θρησκευτικό τελετουργικό. Ετσι βρέθηκα μπροστά σε μουσική για χορό και όπερες όπως «Οι τρεις παίδες εν καμίνω», έργο πάνω στο οποίο εργάζομαι τώρα και θα το εκδώσω προσεχώς».
Το έργο, λέει ο Χριστόδουλος Χάλαρης, δεν είναι ολοκληρωμένο αφού θεωρεί ότι εκείνος έθεσε απλώς τα θεμέλια. «Η μουσική δεν είναι σαν τη ζωγραφική. Η καταγραφή στο χαρτί δεν μπορεί να αποτυπώσει ολόκληρη την εικόνα. Δεν ξέρεις π.χ. μια παρτιτούρα τι είδους μουσική έχει. Αυτοί οι τρεις τόμοι είναι η συμπύκνωση μιας γνώσης που απέκτησα το τελευταία 40 χρόνια από τη συγκεκριμένη μελέτη. Οποιοσδήποτε θέλει από δω και πέρα θα πρέπει να ενημερωθεί από τη συγκεκριμένη έκδοση και να προχωρήσει στη δική του έρευνα». Σε κάθε σημείο της έρευνάς του πάντως πήγαζε μια σκέψη που όχι μόνο τον ενθάρρυνε, αλλά φώτιζε την αξία της προσπάθειάς του: «Οταν ρώτησαν τον Σωκράτη πριν πεθάνει «τι πρέπει να κάνουμε για να γίνουμε καθωσπρέπει άνθρωποι;», αυτός απάντησε «μουσικήν ποίει και εργάζου» («Φαίδων 60γ-62γ»). Η μουσική μας κληρονομιά είναι ένας πακτωλός σε φιλοσοφικό επίπεδο. Ομως θα μπορούσε να έχει και σπουδαίο οικονομικό όφελος αν αποφασίζαμε να επενδύσουμε στην ουσιαστική παιδεία των νέων. Εχουμε τη μήτρα της παγκόσμιας μουσικής παράδοσης».
ΤΟ ΠΕΝΤΑΓΡΑΜΜΟ. Η παρατήρησή του για την παρασημαντική των Βυζαντινών γέννησε τη δημοσιογραφική απορία για το πώς φτάσαμε στο πεντάγραμμο με το οποίο λειτουργούμε σήμερα. Για να διευκολύνονται οι μαθητές, όπως εξηγεί ο Χάλαρης, έγραφαν τα σύμβολα ανόδου και καθόδου πάνω σε κάποιες γραμμές – ο αριθμός των οποίων ήταν ανάλογος με την έκταση του κομματιού.«Εχουμε μια περίοδο όπου στη Δύση – η οποία πήρε τη μουσική γραφή από το Βυζάντιο – έχουμε έργα καταγεγραμμένα σε κάτι που θυμίζει το πεντάγραμμο, όπου επάνω υπάρχουν τα μουσικά βυζαντινά σύμβολα. Στη συνέχεια, όταν είδαν πως βολεύονται με τις γραμμές και τα διαστήματα και ότι δεν χρειάζονται οι χειρονομικές ιδιότητες των βυζαντινών συμβόλων, τα  αντικατέστησαν με κουκκίδες προκειμένου να προσδιορίσουν τη διάρκεια, έγιναν τα τέταρτα, τα ολόκληρα, τα δέκατα έκτα κ.λπ. Αυτό το σύστημα πάντως, παρά το γεγονός ότι αιώνες τώρα μας εξυπηρετεί, είναι ατελές σε σχέση με αυτό από το οποίο δημιουργήθηκε».