«Το μόνο πράγμα που πρέπει να φοβόμαστε είναι ο ίδιος ο φόβος» είχε διακηρύξει κάποτε ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ. Το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος για το Brexit απέδειξε πως δεν είχε απόλυτο δίκιο. Πρέπει επίσης να φοβόμαστε τους ανθρώπους, όπως τους λαϊκιστές ηγέτες της Βρετανίας, που λυμαίνονται τους φόβους των πολιτών προκειμένου να επιφέρουν πραγματικά τρομακτικά αποτελέσματα. Σε αυτή την περίπτωση, το αποτέλεσμα μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει στη διάλυση της ΕΕ.
Στην πραγματικότητα, αυτό που θα έπρεπε να είχαν φοβηθεί οι Βρετανοί ήταν το Brexit. Αλλά η λογική, έτσι αδύναμα που την υπερασπίστηκαν ανέμπνευστες και αναξιόπιστες φωνές του κατεστημένου, δεν μπορούσε να αντέξει απέναντι στον φόβο του τι θα μπορούσε να εισέλθει μέσα από μια πόρτα αφημένη ανοικτή στην υπόλοιπη Ευρώπη - και στην πραγματικότητα, στον υπόλοιπο κόσμο.
Το πρόβλημα για την υπόλοιπη Ευρώπη είναι πως το Brexit θα μπορούσε να λειτουργήσει ως επιταχυντής για τα λαϊκά πάθη, με τους ανεύθυνους λαϊκιστές να συνδαυλίζουν χαρούμενοι τις φλόγες. Ο βαθμός στον οποίο θα αποσυντεθεί η Ευρώπη και οι συνέπειες της διαδικασίας αυτής απομένουν να φανούν. Με τον ρόλο της στη διεθνή σκηνή σε κίνδυνο, οι ηγέτες της ΕΕ πρέπει κατεπειγόντως να αρχίσουν μια μαζική αυτοαξιολόγηση, τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά. Πρέπει να καταλάβουν τι έκαναν - ή τι δεν έκαναν - με αποτέλεσμα να χάσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών τους και να καταρτίσουν ένα σχέδιο, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε να ανακτήσουν αυτή την εμπιστοσύνη.
Εχει μεγάλη σημασία να προηγηθεί αυτή η αξιολόγηση μιας άσκησης πίεσης για μεγαλύτερη ολοκλήρωση. Αν η ΕΕ ξεκινήσει μια πανικόβλητη προσπάθεια να προχωρήσει παραπατώντας προς τα εμπρός θα αποδείξει πως δεν καταλαβαίνει τι πραγματικά συμβαίνει.
Η 23η Ιουνίου 2016 δεν θα περάσει στην Ιστορία ως η ημέρα της ανεξαρτητοποίησης της Βρετανίας, όπως υποσχέθηκε ο Μπόρις Τζόνσον. Θα μπορούσε όμως να περάσει ως η ημέρα που η Ευρώπη επιτέλους ξύπνησε συνειδητοποιώντας πως προκειμένου να διασφαλίσει το μέλλον της η μόνη της επιλογή είναι να αφοσιωθεί στην επανεφεύρεσή της.
Ο Ντομινίκ Μοϊζί είναι καθηγητής στο Ινστιτούτο Πολιτικών Μελετών του Παρισιού (Sciences Po), ανώτερος σύμβουλος στο Γαλλικό Ινστιτούτο Διεθνών Υποθέσεων (IFRI) και επισκέπτης καθηγητής στο King's College του Λονδίνου.