Η ελληνική αστική τάξη κινδυνεύει! Οχι από τις επαναστατημένες προλεταριακές μάζες, δυστυχώς, αλλά από τις υπαρξιακές της συμπεριφορές. Στη διάρκεια των περίπου 90 χρόνων της ιστορικής εξέλιξης του ελληνικού καπιταλισμού, υπήρξαν ορισμένες κρίσιμες περίοδοι που ο κοινωνικός σχηματισμός βρέθηκε σε κίνδυνο. Σε άλλες περιπτώσεις γιατί οι «από κάτω» αμφισβήτησαν τις θεμελιώδεις σχέσεις ιδιοκτησίας, όπως συνέβη στο επαναστατικό ξέσπασμα της δεκαετίας του 1940, και σε άλλες περιπτώσεις από εξωγενείς επιρροές που οφείλονταν στις ουσιώδεις αντιφάσεις του συστήματος, όπως επί παραδείγματι στην κρίση του 1929-1932.
Ετσι λοιπόν η πορεία της ελληνικής αστικής τάξης σε καμιά περίπτωση δεν ήταν ανέφελη. Αλλά και σε κάθε ευκαιρία μετά το 1922, που μορφοποιήθηκε η συγκρότησή της στον ελλαδικό χώρο, η κάθε κρίση που συνέβαινε εκτός από τη ζημιά που της προκαλούσε παράλληλα την ανανέωνε και έδινε νέα ορμή στην ανάπτυξή της. Στην περίοδο της μεγάλης οικονομικής ύφεσης του Μεσοπολέμου, η αποσύνδεση της δραχμής από τον «χρυσούν κανόνα» και η ύψωση των προστατευτικών δασμολογικών τειχών τής έδωσαν τα περιθώρια - μαζί με τη δικτατορία Μεταξά - να βγει κερδισμένη από τις πυκνές εξελίξεις της δεκαετίας του 1930. Τα πράγματα ήταν καταστροφικά γι' αυτή στην περίοδο της Κατοχής. Τότε, με εξαίρεση ένα τμήμα της που συνεργάστηκε με τους Γερμανοϊταλούς, το υπόλοιπο τμήμα της ελληνικής αστικής τάξης ή έχασε προνόμια που είχε ή οι άνθρωποί της άλλαξαν κοινωνική τάξη. Το βέβαιο είναι πως την επόμενη ημέρα της Κατοχής η σύνθεση της ελληνικής αστικής τάξης ήταν εντελώς διαφορετική. Ο μαυραγοριτισμός δημιούργησε νέα δεδομένα. Κι αυτό το τμήμα της «νέας» αστικής τάξης ήταν από τα πιο επιθετικά.
Τις επόμενες δεκαετίες που ακολούθησαν, συμπεριλαμβανομένου του σχεδίου Μάρσαλ, των «παγωμένων πιστώσεων» και των επενδυτικών κινήτρων, η ελληνική αστική τάξη γνώρισε ημέρες δόξας, ανάπτυξης και προσωπικού πλουτισμού. Από τότε - μεταπολεμικά - χρονολογείται η Ελβετία ως τόπος επαγγελίας και προστασίας των προσωπικών καταθέσεων. Τα πράγματα άρχισαν να γίνονται πιο δύσκολα όταν τελείωσε το μεταπολεμικό μακρύ κύμα της ανάπτυξης και η ευρωπαϊκή οικονομία μπήκε στο μακρύ κύμα της ύφεσης, με τη λεγόμενη πρώτη πετρελαϊκή κρίση του 1973. Η ελληνική αστική τάξη έχασε αμέσως μετά το περιβάλλον κοινωνικού θερμοκηπίου που της είχε διαμορφώσει η δικτατορία των συνταγματαρχών και βρέθηκε αντιμέτωπη με τους ανέμους των κοινωνικών διεκδικήσεων, την αναγκαστική επιλογή της πολιτικής τής «σοσιαλμανίας» της κυβέρνησης Καραμανλή, τη δεύτερη πετρελαϊκή κρίση του 1979 και τον υψηλό πληθωρισμό. Και τα πράγματα πήγαιναν όλο και χειρότερα.
Από το 1981, με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, ο Ανδρέας Παπανδρέου, εφαρμόζοντας τις απόψεις του Κέινς στις ελληνικές συνθήκες, επιχείρησε εκτός των άλλων την ανανέωσή της σε μια περίοδο που η Ελλάδα γίνεται κανονικό μέλος της ΕΟΚ και το πρώτο κύμα του ανταγωνισμού από τις ευρωπαϊκές πολυεθνικές «σκοτώνει» όσες ελληνικές επιχειρήσεις είναι ευάλωτες. Και δεν είναι λίγες. Ξεπροβάλλει η εποχή των «νέων τζακιών» και τη θέση τής βιομηχανίας παίρνει ο τομέας των υπηρεσιών. Το μοντέλο της οικονομίας αλλάζει και αλλάζει η σύνθεση της αστικής τάξης για μια ακόμη φορά.
Η καταστροφή της παλιάς αστικής τάξης ολοκληρώνεται το 1992 με την «ενιαία εσωτερική αγορά». Η ημερομηνία όμως αυτή συμπίπτει με τη βαλκανική εξόρμηση του ελληνικού κεφαλαίου. Η νέα «μεγάλη ιδέα» ονομάζεται «βαλκανική ζώνη της δραχμής». Και στέφεται με επιτυχία. Στην ενδοχώρα η πιστωτική επέκταση ενισχύει την κατανάλωση κι αυτή την ανάπτυξη. Ολα πηγαίνουν πρίμα μέχρι που έρχονται ο εφιάλτης του 2008 και η παγκόσμια οικονομική κρίση. Και τα πάντα έρχονται τούμπα. Ανεργία, μείωση της κατανάλωσης, κόκκινα δάνεια, κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος.
Υστερα από 7 χρόνια ύφεσης ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής αστικής τάξης αντιμετωπίζει πλέον ένα σοβαρό υπαρξιακό δίλημμα: ή οι άνθρωποί της θα μετατραπούν απλώς σε εισοδηματίες βασιζόμενοι στις καταθέσεις που έχουν προστατευμένες σε ξένες τράπεζες ή θα χρησιμοποιήσουν την προσωπική τους περιουσία και θα σώσουν τις κόκκινες επιχειρήσεις τους. Η μεσοβέζικη κατάσταση που επικρατούσε ώς τώρα τελείωσε. Το νέο τοπίο που διαμορφώνεται - με πολύ αίμα, είναι αλήθεια - θα είναι εντελώς διαφορετικό από αυτό που γνωρίσαμε στις δύο προηγούμενες δεκαετίες. Οχι υποχρεωτικά καλύτερο. Το μόνο βέβαιο είναι πως ο ελληνικός καπιταλισμός πάλεψε αλλά δεν κατόρθωσε να διατηρήσει την προγενέστερη θέση του. Το ειδικό του βάρος στον ευρωπαϊκό καταμερισμό εργασίας μειώθηκε, ίσως και δραματικά. Τα Μνημόνια τελικώς αποδείχθηκαν μάχες οπισθοφυλακών. Η ζωή όμως συνεχίζεται.