Το θετικό είναι πως με τον ανασχηματισμό οι Λαφαζάνης, Στρατούλης και Ησυχος δεν είναι πια υπουργοί. Ομως οι νεοφερμένοι στο κυβερνητικό σχήμα, με μερικές εξαιρέσεις, δεν πείθουν πως είναι ικανοί να φέρουν εις πέρας το εξαιρετικά δύσκολο έργο που τους έχει ανατεθεί. Οσο για την αντιπολίτευση, αυτή άρχισε αμέσως την επίθεση. Επαναλαμβάνει συνεχώς ότι ο Πρωθυπουργός δεν έμαθε τίποτα από τα προηγούμενα λάθη του και εξακολουθεί να είναι κολλημένος στις αριστερίστικες ιδεοληψίες του. Αρα δεν πρόκειται ποτέ να φέρει εις πέρας το νέο πρόγραμμα/Μνημόνιο. Ετσι θα πάμε, αργά ή γρήγορα, στη δραχμή. Νομίζω πως όλοι αυτοί που κάνουν αυτού του είδους την κριτική υποσκάπτουν συστηματικά την προσπάθεια παραμονής μας στο ευρώ. Ο Αλέξης Τσίπρας έκανε σίγουρα πολλά λάθη. Από τις εξωπραγματικές κόκκινες γραμμές, τους συνεχείς τακτικισμούς και μικρομεγαλισμούς, μέχρι το ολέθριο δημοψήφισμα που μας κόστισε πολύ ακριβά, ο Πρωθυπουργός, κυρίως κάτω από την πίεση διαφόρων οπαδών της δραχμής, έκανε όντως σφάλματα. Παρ" όλα αυτά, είχε το θάρρος να παλέψει για την παραμονή μας στο ευρώ. Στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής χειρίστηκε τις επιθέσεις τύπου Σόιμπλε με ηρεμία, σαφήνεια και διορατικότητα. Τελικά, αποδεχόμενος ένα πολύ αυστηρό και τιμωρητικό πρόγραμμα, κατόρθωσε να αποφύγει την καταστροφική επιστροφή στη δραχμή. Με αυτή τη θαρραλέα στάση έβαλε τελικά τη χώρα πάνω από την κομματική συνοχή. Εκανε πολλούς εχθρούς και ενέτεινε το ρήγμα μεταξύ οπαδών του ευρώ και οπαδών της δραχμής.
Βέβαια, αυτή η κίνηση δεν αρκεί. Ο Πρωθυπουργός πρέπει να κάνει ένα δεύτερο θαρραλέο βήμα, που είναι μια βασική προϋπόθεση για να προχωρήσει στην υλοποίηση του προγράμματος. Πρέπει να βρει έναν τρόπο απαλλαγής από την Αριστερή Πλατφόρμα που, όπως έδειξε το πρόσφατο σχέδιο του Παναγιώτη Λαφαζάνη (επιδρομή στην Τράπεζα της Ελλάδος), θυμίζει κινηματογραφικό ριφιφί. Αν ο Αλέξης Τσίπρας ξαναβάλει τη συνοχή του ΣΥΡΙΖΑ πάνω από τα εθνικά συμφέροντα, η αποτυχία υλοποίησης του προγράμματος και η επιστροφή μας στη δραχμή θα είναι αναπόφευκτη. Πρέπει, με άλλα λόγια, ο Πρωθυπουργός και η πλειοψηφία που τον στηρίζει να απαλλαγούν από τους αιθεροβάμονες πρώην συναγωνιστές τους. Δηλαδή, όλους αυτούς που υποστηρίζουν ότι η επιστροφή στη δραχμή θα αποκαταστήσει τη χαμένη εθνική κυριαρχία – ενώ είναι σίγουρο πως ακριβώς το αντίθετο θα συμβεί (βλ. άρθρο μου στο «Βήμα», 19/7/15).
Βέβαια, πολλοί υποστηρίζουν μια δεύτερη λύση. Τη δημιουργία μιας κυβέρνησης εθνικής σωτηρίας, που θα αναλάβει την υλοποίηση του προγράμματος. Αυτό δεν είναι δυνατό. Ο γνωστός συγκρουσιακός και κομματικοκρατικός χαρακτήρας του παλαιού πολιτικού κατεστημένου κάνει αδύνατη την απαραίτητη συνεργασία για την επιτυχία ενός τέτοιου εγχειρήματος. Ο Πρωθυπουργός έχει ακόμα την εμπιστοσύνη όλων αυτών που ψήφισαν Οχι και οι οποίοι θεωρούν αποκλειστικά υπεύθυνους τους θεσμούς για την επιβολή του βάρβαρου προγράμματος. Εχει επίσης την εμπιστοσύνη όλων αυτών που ψήφισαν Ναι και θέλουν την παραμονή μας στην ευρωζώνη. Ετσι, ο Αλέξης Τσίπρας παραμένει ο κυρίαρχος παίκτης του πολιτικού σκηνικού. Και για αυτό θέλει σύντομα εκλογές. Ο κόσμος βέβαια τις απεύχεται. Αυτές όμως είναι απαραίτητες για να μπορέσει ο Πρωθυπουργός να προχωρήσει χωρίς τα βαρίδια της εσωκομματικής αντιπολίτευσης (με το εκλογικό σύστημα στη βάση της λίστας, η αποπομπή αυτών που θέλουν τη δραχμή είναι εύκολη). Είναι επίσης απαραίτητες για να αποκτήσει την πλειοψηφία στη Βουλή. Πλειοψηφία αναγκαία για να μην εξαρτάται πλέον από την καλή θέληση της ΝΔ ή από την ανάγκη συνεργασίας με τους ΑΝΕΛ.
Τέλος, τίθεται και το εξής ερώτημα: ακόμα και αν ο Αλέξης Τσίπρας απαλλαγεί από τα βαρίδια της εσωκομματικής αντιπολίτευσης, με δεδομένο το παρελθόν του και την ιδεολογία του, έχει την ικανότητα να φέρει εις πέρας το δύσκολο και εξαιρετικά επώδυνο πρόγραμμα; Δεν είναι καθόλου σίγουρο αλλά ούτε απίθανο. Νομίζω πως με την αποδοχή του προγράμματος ο Αλέξης Τσίπρας έχει αρχίσει να κάνει μια στροφή  προς την πραγματικότητα. Σίγουρα ο Πρωθυπουργός δεν θέλει να μείνει στην ιστορία ως κάποιος που οδήγησε τη χώρα σε μια καταστροφική πτώση.
Συμπέρασμα: ή θα πετύχει ο Πρωθυπουργός ή θα πάμε στη δραχμή. Αυτό είναι το βασικό δίλημμα σήμερα. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, όσοι θέλουν την παραμονή μας στο ευρώ, ανεξαρτήτως κομματικής προτίμησης, πρέπει να ασχολούνται λιγότερο με το «ποιος φταίει» και περισσότερο με το πώς θα βοηθήσουμε τον Πρωθυπουργό να υλοποιήσει το δύσκολο πρόγραμμα που μας έχει επιβληθεί.
Ο Νίκος Μουζέλης είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας στην LSE