Αλλη μια φορά θα με απασχολήσει η περίπτωση του Λαζάρου. Κι όσο κι αν θα φανεί παράξενο, δεν είναι η Ανάστασή του που μου θέτει απορίες ή προβλήματα. Ας δεχτούμε, έστω για τη συζήτηση, πως υπάρχουν θαύματα, πως είναι δυνατά, ακόμη και λογικά για τη θνητή μας συνείδηση. Εξάλλου δύο και μόνο αναστάσεις, πλην του Ιησού, θνητών έχουμε στη διάθεση της ευπιστίας μας. Μέσα στα τρισεκατομμύρια νεκρών που δεν επέστρεψαν ποτέ στη θνητή σκευή τους, δύο εξαιρέσεις, της θυγατέρας του Ιαείρου και του Λαζάρου, μπορούν ν’ αποδοθούν στην πιθανότητα.
Αλλο θα με ερεθίσει πάλι για συζήτηση στην περίπτωση του Λαζάρου, κατά την αφήγηση του ευαγγελιστή. Η ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ. Ακόμη και ο αναστημένος Θεάνθρωπος μίλησε και στους Εμμαούς και αργότερα στη σύναξη των μαθητών, όπου και η δυσπιστία, ανθρώπινη, του Θωμά.
Ο Λάζαρος επέστρεψε, ο μόνος άνθρωπος που πήγε στον Αδη και ήρθε, και δεν έβγαλε μιλιά. Καθόταν, λέει ο ευαγγελιστής, σιωπηλός σε μια γωνιά του σπιτιού, όπου είχαν κατακλύσει τα δωμάτια και το χαγιάτι φίλοι, συγγενείς, γείτονες, ακόμη και έκπληκτοι διαπορούντες περαστικοί. Εκεί και ο Διδάσκαλος, που με τη διαταγή του ο νεκρός έλαβε ζωή, πέταξε τα σάβανα και έκανε ανάστροφα την οδό από το νεκροταφείο στο σπίτι. Η περιγραφή των στιγμών εκεί στο σπίτι είναι έξοχη και για μας, που έχουμε μεγαλώσει σε παλιότερους χρόνους στην επαρχία, σχεδόν ηθογραφικό διαμάντι. Πλημμυρισμένο το σπίτι με φωνές, χαρούμενες, έκπληκτες, περίεργες, με κινήσεις ζωηρές, με κρυφομιλήματα, ακόμη και με αμφιβολίες. Εικόνες λαϊκών γάμων, βαπτίσεων, αρραβώνων, επιστροφής ξενιτεμένων. Σε τέτοια γεγονότα η κοινότητα συρρέει και συμμετέχει γλεντώντας, φλυαρώντας, ζηλεύοντας συγκινημένη. Βέβαια, υπήρχε και ο νεκρόδειπνος, η παρηγοριά ή μακαριά, όταν συνέρρεε στο σπίτι του νεκρού πανδημί η περιλειπόμενη μικρή οικουμένη. Αλλά σ’ αυτήν την περίπτωση περίσσευαν η θλίψη, οι θρήνοι, η κατάθλιψη.
Στο σπίτι του Λαζάρου η μικρή οικουμένη πανηγυρίζει, ευωχείται, αγαλλιά και κυρίως έκθαμβη θαυμάζει. Εχετε ποτέ έστω στα όνειρά σας έρθει σε κοινωνία μ’ έναν νεκρό; Οι λαϊκοί ονειροκρίτες μάλιστα διαιρούν αυτή την επίσκεψη κατ’ όναρ σε δύο εκδοχές. Αν ο νεκρός εμφανίζεται χωρίς να ομιλεί (μπορεί να μας κοιτά θλιμμένος, κουνώντας περίλυπος το κεφάλι, συχνά καλώντας μας με το χέρι να τον ακολουθήσουμε, δυσοίωνο το τελευταίο για τον ζωντανό μήνυμα) ή να μας ομιλεί, να συμπεριφέρεται ωσεί ζωντανός, και σ’ αυτή την εκδοχή οι ονειροκρίτες άλλοτε το θεωρούν κακό σημάδι κι άλλοτε, στην άλλη άκρη, σχεδόν προμήνυμα προσεχούς ευτυχίας του ονειρευομένου.
Αλλά στο σπίτι του αναστημένου Λαζάρου κανείς δεν ονειρεύεται. Ολοι έκπληκτοι συμμετέχουν στο θαύμα. Και βέβαια χαίροντες διαπορούν, διερωτώνται, επιθυμούν με τα θνητά τους εφόδια να εξηγήσουν την υπέρβαση, την ανοικειότητα, το παράλογο του γεγονότος.
Η ευαγγελική περιγραφή, ενώ αφήνει ασχολίαστη τη ΣΙΩΠΗ του αναστάντος θνητού, επικεντρώνει την αφήγηση γύρω από τις δραστηριότητες των δύο αδελφών του Λαζάρου και μάλιστα ο ίδιος ο Διδάσκαλος παρατηρεί την κινησιολογική (συγκινημένη;) αμηχανία της Μάρθας με το αξιομνημόνευτο και έκτοτε κοινόχρηστο «Μάρθα, Μάρθα, περί πολλά μεριμνάς και τυρβάζεις, ενός δ’ έστι χρεία, του σιγάν».
Αιώνες αργότερα ο Χάιντεγκερ θα ορίσει τον άνθρωπο ως μέριμνα, ως μια συνεχή και επώδυνη φροντίδα και ο Βιτγκενστάιν στο «Τρακτάτους» δογματίζει πως μπροστά σ’ όσα ο νους δεν μπορεί να ερευνήσει να σιωπά.
Εξάλλου, από την αρχαιότητα η κλιμάκωση κάποιων περί την ύπαρξη εννοιών κλιμακούνται ως εξής: ευτυχία, ευδαιμονία, ολβιότητα, μακαριότητα. Οι τρεις πρώτες βαθμίδες αναφέρονταν στους θνητούς, η τελευταία στους νεκρούς και τους θεούς. Μόνο αυτοί ήταν αμέριμνοι, αφού εκεί που πάνε απέδρα πάσα λύπη και στεναγμός.
Αρα στο σπίτι του Λάζαρου έχουμε δύο ΣΙΩΠΕΣ. Του επιστρέψαντος από το ΑΛΛΟΥ νεκρού και των ζωντανών, όπως συμβουλεύει ο Διδάσκαλος, μπροστά στο ακατανόητο, παράδοξο, αδιανόητο γεγονός της επιστροφής θνητού από τη χώρα του θανάτου.
Και η ΣΙΩΠΗ των ζωντανών είναι κατανοητή. Μένεις έκθαμβος μπροστά στο μυστήριο, στο τερατώδες, το δεινόν (όπως θα έλεγε και ο Σοφοκλής: ό,τι προκαλεί το δέος, τον τρόμο ενώπιον του ανοίκειου). Στεκόμαστε συχνά άφωνοι μπροστά σε φαινόμενα, πράξεις, σκέψεις που δραπετεύουν από το οικείο, το σύνηθες, το λογικά εξηγήσιμο, το ελεγχόμενο, το αναμενόμενο, το σχεδιασμένο με τα εργαλεία που μας έδωσε η φύση και ο πολιτισμός.
Αρα είναι αυτονόητο πως μια κατάλυση κάθε λογικής προδιαγραφής, μια ανάσταση νεκρού, να μας αφήνει άναυδους. Η Μάρθα με τη συνεχή μέριμνά της, την κινησιολογική της φλυαρία, τη λαλούσα αμηχανία της προσπαθεί να ξεπεράσει τη ΣΙΩΠΗ που της συμβουλεύει ο Διδάσκαλος. Αλλά ο Λάζαρος γιατί σιωπά; Αυτός είδε! Αυτός πήγε και γύρισε. Είναι ο πρώτος άνθρωπος που ταξίδεψε στον χώρο του αχωρήτου, συναγελάστηκε για λίγο με τα ομηρικά κάρηνα αμενηνά (τις κεφαλές που χάνονται μέσα στη λήθη), με τις σκιές καμόντων (της κουρασμένες σκιές), άφησε πίσω του σκιές και λήθη και επέστρεψε στον χώρο και τον χρόνο της μέριμνας, των μόχθων, της αγωνίας του θανάτου, του πεπερασμένου, των ανταγωνισμών, της αμαρτίας, των φιλοδοξιών, της μωροφιλοδοξίας, των ερίδων, των μαχών και των παντοίων πολέμων, του φόνου, του φθόνου, του πόνου, του στόνου και ΣΙΩΠΑ. Και θέτω πάλι και πάλι το ερώτημα. Γιατί σιωπά ένας αναστημένος άνθρωπος; Υπάρχουν δύο άτεγκτα ενδεχόμενα: Ή η επίσκεψη στον ΑΛΛΟ ΚΟΣΜΟ τον τρόμαξε και δεν θέλει να μιλήσει γι’ αυτό και τον απασχολεί πλέον η δεύτερη μέλλουσα κάθοδός του, που προσπαθεί εν σιωπή να την απωθήσει, ή αντίκρισε εκεί κάτω ένα σφοδελό λειμώνα φωτοχαρή, ευδαίμονα, μακάριο και απαλλαγμένο από λύπες και στεναγμούς, μέριμνες και αγωνίες και επιστρέφοντας σιωπά που βρέθηκε στη χώρα του κλαυθμώνος, του μίσους και της απάτης, της αγωνίας για το αύριο και του τρόμου για την επιβίωση.
Αρα ο Λάζαρος σιωπά γιατί είτε δεν θέλει να ξαναφύγει είτε γιατί γύρισε!
Μήπως, συλλογίζομαι, κάποιες μικρές ανάλογες τέτοιες σιωπές σαν του Λαζάρου δεν βιώνουμε συχνά όλοι μας στη ζωή; Δεν συμβαίνει αυτό με τον έρωτα, με την καριέρα, με τα ταξίδια, με τις κοινωνικές συναναστροφές; Πόση αγχώδη σιωπή δεν μας συνέχει είτε γιατί φύγαμε από κάτι που μας ενθουσίασε ή μας πλήγωσε είτε γιατί γυρίσαμε σε κάτι που επιθυμούσαμε ή μισούσαμε.
Αλλά δυστυχώς έτσι πάει ο κόσμος και μαζί του κι εμείς όπως το τραγουδήσαμε κάποτε: Είναι γραμμένο το ταξίδι, είναι γραμμένος και ο γυρισμός.
Σχόλια
Παπαστεργίου στα "15 λεπτά": Πώς θα μπλοκάρονται τα social media για παιδιά κάτω των 15