Ο πόλεμος στον Περσικό δεν έχει τελειώσει, ας μη μας ξεγελά η εκεχειρία. Με την τρέλα που κουβαλάει ο Τραμπ, μπορεί να αποδειχθεί προσωρινή. Ας μη μας διαφεύγει, επίσης, ότι υπάρχει και μία μεραρχία πεζοναυτών που περιμένει και ίσως αυτή να είναι η επόμενη έκπληξη. Πάντως, ο απολογισμός των μέχρι τώρα πεπραγμένων μας δίνει ότι το Ιράν, μολονότι συνετρίβη στρατιωτικά, στρατηγικά είναι ο κερδισμένος της υπόθεσης, βάσει των ως τώρα δεδομένων. Πρώτον, επειδή παραμένει στα πόδια του το θεοκρατικό καθεστώς και μάλιστα ανανεωμένο από τη νεότερη γενιά στελεχών που είναι περισσότερο εξτρεμιστική στις πεποιθήσεις της – με τον μπαμπά Χαμενεΐ μπορούσες κάπως να συνεννοηθείς, με αυτούς όχι, έτσι λένε οι ειδικοί. Δεύτερον, επειδή πρόσθεσαν στη σκακιέρα του πολέμου τον έλεγχο του Ορμούζ – τα στενά του Φάκιν, για να συνεννοούμεθα.
Από την άλλη πλευρά, εκείνη των επιτιθεμένων, ο μόνος κερδισμένος είναι το Ισραήλ, καθώς με την πολύτιμη βοήθεια των Αμερικανών έκανε ένα «βαθύ κούρεμα στο γρασίδι» του Ιράν. Τόσο βαθύ, που θα χρειαστεί καιρό για να αρχίσει να φυτρώνει και πάλι. («Κούρεμα στο γρασίδι», διευκρινίζω, είναι ο όρος που χρησιμοποιούν οι Ισραηλινοί για τη στρατηγική των ανά τακτά διαστήματα επιθέσεων στο Ιράν, προκειμένου να μειώνουν τις στρατιωτικές δυνατότητές του). Επειτα, ο πόλεμος έδωσε την ευκαιρία στους Ισραηλινούς να ασχοληθούν λίγο πιο δραστικά και εκ τους σύνεγγυς με τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο. Μακροπρόθεσμα, το πρόβλημά τους οι Ισραηλινοί δεν το έλυσαν. Με όλα αυτά όμως, κατάφεραν να το σπρώξουν πίσω.
Τώρα, όσον αφορά τους Αμερικανούς, μπορώ με ευκολία να απαριθμήσω τι έχασαν σε αυτό τον πόλεμο (τη σοβαρότητά τους, κάποιες εκατοντάδες δισεκατομμύρια κ.λπ.), ειλικρινά όμως δεν μπορώ να καταλάβω τι κέρδισαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, σε τι ωφελήθηκαν μέχρι στιγμής από όλο αυτόν τον σαματά. Απέδειξαν ότι παραμένουν η μοναδική υπερδύναμη. Η μοναδική χώρα που μπορεί να πραγματοποιήσει μια τόσο περίπλοκη, διακλαδική επιχείρηση στην άλλη άκρη του κόσμου. Ναι! Αυτό το καταλάβαμε όλοι. Πέρα από αυτό, όμως, τι; Πέτυχε τους σκοπούς της αυτή η εντυπωσιακή επίδειξη ισχύος; Απαλλάχτηκε η Μέση Ανατολή από το καρκίνωμα του ισλαμικού καθεστώτος της Τεχεράνης; Προφανώς, όχι. Συνεχίστηκε, απλώς, ο πόλεμος του περασμένου Ιουνίου, περισσότερο εις βάθος αυτή τη φορά και σε μεγαλύτερη έκταση χρόνου.
Υπάρχει όμως και μία άλλη χώρα, ξέρετε, η οποία ηττήθηκε κατά κράτος σε αυτό τον πόλεμο. Ηττήθηκε μάλιστα χωρίς να έχει μετάσχει καθόλου στις εχθροπραξίες. Χωρίς να έχει ρίξει ούτε σφαίρα, χωρίς να υποστεί καμία απώλεια. Ηττήθηκε επειδή αποκαλύφθηκε η γύμνια της στον αμυντικό τομέα. Εννοώ, φυσικά, το Ηνωμένο Βασίλειο. Η απόλυτη αδυναμία των Βρετανών να ανταποκριθούν στις ανάγκες των περιστάσεων, όχι μόνο έχει εκθέσει διεθνώς τη Βρετανία, αλλά έχει ανοίξει ολόκληρο πολιτικό ζήτημα στο εσωτερικό της χώρας. Δεν ξέρω αν θυμάστε, αλλά όταν ξεκίνησε ο πόλεμος, πάνε έξι εβδομάδες από τότε, οι Βρετανοί υποσχέθηκαν να στείλουν ένα αντιτορπιλικό στην Κύπρο, για την προστασία των δικών τους βάσεων. Λοιπόν, ακόμη δεν έχει αναχωρήσει. Αν παρακολουθήσει κάποιος τη σχετική συζήτηση στα βρετανικά ΜΜΕ, μένει κατάπληκτος με αυτά που πληροφορείται. Το Ναυτικό τους, λ.χ., διαθέτει περισσότερους ναυάρχους από πλοία, ο δε αριθμός των λειτουργικών αρμάτων μάχης δεν υπερβαίνει τα εκατό. Δεν χρειάζεται όμως να φτάσουμε τόσο μακριά, αρκεί και μόνο το γεγονός ότι η Ελλάδα προστατεύει με τις δυνάμεις της τις βρετανικές βάσεις της Κύπρου. Ποιος θα το φανταζόταν στις αρχές του αιώνα μας…
Αυτή η γύμνια είναι αποτέλεσμα της ιστορικής γκάφας του Κάμερον με το δημοψήφισμα του Μπρέξιτ. Η δική του κυβέρνηση ξεκίνησε το ξήλωμα του αμυντικού μηχανισμού, επειδή η συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ τον καθιστούσε μη αναγκαίο. Το αποτέλεσμα όμως του δημοψηφίσματος ήταν το αντίθετο εκείνου που υπολόγιζε ο Κάμερον. Ετσι, η Βρετανία επέλεξε να φύγει από την ΕΕ, εξακολούθησε όμως να ακολουθεί το πρόγραμμα μείωσης των αμυντικών δαπανών, με αποτέλεσμα να βρεθεί στη σημερινή κατάσταση αμηχανίας. Μια χώρα με ένδοξη στρατιωτική παράδοση, χωρίς στρατό. Πώς να μην μπαίνουν ιδέες μετά, ακόμη και στους Κύπριους, για τις βάσεις; Αν προσέξατε, ο πρόεδρος Χριστοδουλίδης δήλωσε προσφάτως ότι ίσως θα έπρεπε να συζητηθεί και το καθεστώς των βάσεων μελλοντικά. Οι Βρετανοί, με δήλωση του αρμόδιου υφυπουργού, το έκλεισαν. Ομως, εδώ που τα λέμε, τι να τις κάνουν, αφού δεν μπορούν να τις υπερασπιστούν;






