Αν δούμε το σύστημα της μόδας σαν ένα βιντεοπαιχνίδι στο οποίο παίρνεις πόντους αλλάζοντας πίστες, ο Αμερικανός με ασιατικές καταβολές ανήκει πια στους προχωρημένους παίκτες. Σχεδιαστής της προσωπικής του συλλογής και ταυτόχρονα διευθυντής σε έναν ιστορικό γαλλικό οίκο, είναι ο στυλίστας που λατρεύουν να αντιγράφουν οι 30άρηδες fashion bloggers με αναρτήσεις στα social media
O Αλεξάντερ Γουάνγκ καλείται να απαντήσει σε σύγχρονα ερωτήματα της μόδας: πώς γίνεται να έχει δύο διαφορετικά μυαλά ένας σχεδιαστής ώστε να μην ανακατεύει την προσωπική του συλλογή με το ύφος ενός ιδιαίτερου οίκου όπως ο Balenciaga; Μπορεί να έχει τη διανοητική, συναισθηματική και σωματική αντοχή για να διαχειρίζεται εντός μιας σεζόν τέσσερις συλλογές πρετ α πορτέ, δύο συλλογές αξεσουάρ, τα εγκαίνια νέων καταστημάτων και τα συχνά ταξίδια σε διαφορετικές πόλεις του κόσμου;
Ως σύγχρονος εργαζόμενος σε δύο ηπείρους (ζει και εργάζεται στη Νέα Υόρκη και στο Παρίσι) έχει βρει τρόπους να ισορροπεί ανάμεσα στην αμερικανική πρακτική σκέψη ντυσίματος (ως κουλ σχεδιαστής) και στις παραδοσιακές απαιτήσεις του γαλλικού λόμπι της μόδας πολυτελείας;
Στο ξεκίνημά του, αντί για την ηλεκτρονική κονσόλα των παιχνιδιών βίντεο, ο νεαρός Γουάνγκ είχε στα χέρια του τη ραπτομηχανή – δώρο της μητέρας του. Απέκτησε μάλιστα από αυτό το εργαλείο τη σχετική αυτοπεποίθηση και σταμάτησε τα μαθήματα βιομηχανικού σχεδιασμού που παρακολουθούσε στην καταξιωμένη σχολή Πάρσονς.
ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ. Στα 22 του χρόνια, το 2007, βγήκε στην αγορά της Νέας Υόρκης με τη δική του μικρή συλλογή, δείχνοντας στους μεγάλους της περιοχής ξεχειλωμένα λευκά και μαύρα T-shirt με στρογγυλό χαμηλό κόψιμο. Στη συνέχεια μια στενή φίλη του μοντέλο φόρεσε τα ξεφτισμένα τζιν σορτς του με σακάκι μπλέιζερ και χαμηλές δερμάτινες μπότες. Ο πιτσιρικάς με το ξαναμμένο από τα πάρτι στα νεοϋορκέζικα κλαμπ πρόσωπο σχημάτισε τότε μια «συμμορία» από διάσημα πρόσωπα και σώματα που προτιμούσαν να ντύνονται από εκείνον. Οι Ζιζέλ, Ριάνα, Νατάλια Βοντιάνοβα και Ντάρια Βερμπάουι φορούσαν τα μαύρα τοπ σε σχήμα τρίγωνο μπικίνι με μαύρα δερμάτινα παντελόνια του κομμένα πάνω από τους αστραγάλους. Και προωθούσαν στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού τον σχεδιαστή της νέας μητροπολιτικής κατάστασης που έκανε το μοντάζ μεταξύ αγοροκόριτσων, μοντέλων και νεολαίας της αστικής ανησυχίας.
Χάρη στον ίδιο σχεδιαστή η αμερικανική μόδα το 2012 ξεχώρισε για τη συνάντηση των φυσικών υφασμάτων με τα επεξεργασμένα τεχνολογικά υλικά. Ηταν μια μείξη από σπορ και αθλητικά ρούχα μαζί με μεταξωτά υφάσματα που έδωσε την κυρίαρχη τάση του sport-chic. Για την οποία ο Γουάνγκ επιμελήθηκε τον συνδυασμό νάιλον εμπριμέ παντελονιών αγγαρείας με μπουφάν από μαύρο δικτυωτό ύφασμα και την εμφάνιση κοντών φορεμάτων από δέρμα κομμένο με λέιζερ. Επειδή όμως είχε ήδη δημιουργήσει ένα σύγχρονο στυλιστικό ιδίωμα, το προσωπικό του νεανικό και εναλλακτικό σπορ ύφος σχολιαζόταν θετικά από τις fashion bloggers που το οικειοποιήθηκαν βρίσκοντας στις αλυσίδες μαζικής παραγωγής τα πιο φθηνά αντίγραφα Alexander Wang.
ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ. Ακολούθησε λοιπόν και η στιγμή να κατακτήσει την πιο δύσκολη πίστα, το Παρίσι. Ο γάλλος Ανρί Πινό, επιχειρηματίας αξιώσεων στους όρους με τους οποίους ορίζεται η πολυτέλεια στην παγκόσμια ελεύθερη αγορά, εμπιστεύθηκε στον ανερχόμενο Αμερικανό τον Balenciaga. Οίκο που στο μεταξύ είχε αποκτήσει σύνδεση με το ριζοσπαστικό ντιζάιν, χωρίς όμως μεγάλη αναγνωρισιμότητα και προσδοκώμενες υψηλές πωλήσεις.
Ο λατρεμένος της Νέας Υόρκης ανέλαβε τον ρόλο της σχεδιαστικής απλούστευσης του δυσνόητου Balenciaga. Και στο εξής σε κάθε συλλογή του για τον παριζιάνικο οίκο παρουσιάζει βασικά κομμάτια με γεωμετρικές φόρμες σε ίση αναλογία πολυτελών και σπορ υλικών. Χωρίς ωστόσο να καταφέρνει πάντα να διαχωρίζει το ύφος της προσωπικής του συλλογής και να δουλεύει προς μια ανεξάρτητη κατεύθυνση τις συλλογές Balenciaga.