Η Ευρωπαϊκή Ενωση καλείται να αντιμετωπίσει ένα δύσκολο γρίφο. Την ώρα που η Ουγγαρία οικοδομεί το πιο ελεγχόμενο σύστημα μέσων ενημέρωσης στην Ευρώπη, τον Αύγουστο η Κομισιόν συμφώνησε να παράσχει στη χώρα 22 δισ. ευρώ οικονομική βοήθεια. Η Ουγγαρία κατέληξε να αποτελεί ενοχλητικό παράδειγμα όσον αφορά το πώς μια πολιτική ελίτ μπορεί να αναγκάσει τη δημοκρατία σε οπισθοχώρηση, ακόμη και στην καρδιά της Ευρώπης. Εκμεταλλευόμενος τον εκλογικά επιτυχημένο δεξιό λαϊκισμό του, ο πρωθυπουργός Βίκτορ Ορμπάν πέτυχε την αυταρχική καταστολή του Τύπου, ενώ το ανεξάρτητο παρατηρητήριο Freedom House τον χαρακτηρίζει «μερικώς ελεύθερο».
Η στρατηγική του Ορμπάν έχει πολλές συνιστώσες. Καταρχάς, ο ντε φάκτο έλεγχος της εθνικής Αρχής Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του επέτρεψε να προβεί σε κομματικούς διορισμούς ακόμη και σε κατώτερες θέσεις στο εσωτερικό της. Δεύτερον, η συγκεκριμένη υπηρεσία δεν περιορίζεται στο να ρυθμίζει τον ανταγωνισμό μεταξύ των μέσων και εκδίδει άδειες λειτουργίας, καθώς πλέον διαθέτει την εξουσία να ελέγχει και το περιεχόμενό τους.
Ο πολιτικός αντίκτυπος των περιορισμών στην ελευθερία του Τύπου ήταν τεράστιος. Εως τις τελευταίες γενικές εκλογές, τον Απρίλιο, η κυβέρνηση είχε καταφέρει να πάρει υπό τον έλεγχό της όλα τα μέσα της χώρας. Οι μεγαλύτερες εφημερίδες υποστήριζαν το κυβερνών κόμμα Φιντές. Τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές προσέφεραν περισσότερο χρόνο σε εκπροσώπους της κυβέρνησης, ενώ η κάλυψη των κομμάτων της αντιπολίτευσης εστίαζε κυρίως σε ζητήματα διαφθοράς και εσωκομματικές διαμάχες.  
Ο έλεγχος των μέσων που είχε ως αποτέλεσμα να κυριαρχήσουν οι φωνές της κυβέρνησης περιόρισε τον ενθουσιασμό του κόσμου για τις εκλογές. Η αντιπολίτευση δεν κατάφερε να κινητοποιήσει τους ψηφοφόρους, όπως δεν κατάφερε να τους κινητοποιήσει ούτε το κυβερνών κόμμα - μόλις 60% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων άσκησε το εκλογικό του δικαίωμα. Το ακροδεξιό κόμμα Τζόμπικ ήταν ο μεγάλος κερδισμένος, λαμβάνοντας περισσότερο από 20% των ψήφων. Σε δριμεία κριτική κατά της «μεροληπτικής κάλυψης» της εκλογικής διαδικασίας προέβη και ο ΟΑΣΕ μέσω έκθεσής του.
Πώς είναι δυνατόν να συμβαίνουν όλα αυτά στην Ευρωπαϊκή Ενωση; Η επιφυλακτικότητα της Κομισιόν σημαίνει ότι ο Ορμπάν δεν έχει επικριθεί επαρκώς για αυτό που Ερικ ντ' Αμάτο, αμερικανός βετεράνος της δημοσιογραφίας στη Βουδαπέστη, χαρακτήρισε πρόσφατα «πουτινοποίηση» της Ουγγαρίας. Πράγματι, η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση θα καταλήξει απευθείας στο πρωθυπουργικό γραφείο επιβραβεύοντας και ενισχύοντας τις αυταρχικές τάσεις του Ορμπάν, παρότι τα φιλοκυβερνητικά μέσα παρουσιάζουν την ΕΕ ως μια ξένη δύναμη που ανακατεύεται στα εσωτερικά της χώρας.  
Οι πολιτικές για τα ΜΜΕ, την πληροφόρηση και τις τηλεπικοινωνίες επηρεάζουν και όλες τις λοιπές πολιτικές. Ο πλουραλισμός στα μέσα εξασφαλίζει τη λειτουργία των δημοκρατιών. Πρόκειται για κάτι αυτονόητο, το οποίο παραδέχονται όλοι οι ιθύνοντες της χάραξης των ευρωπαϊκών πολιτικών και όλοι οι δημοσιογράφοι. Ωστόσο ένα καθεστώς που αντιμετωπίζει τόσο σκληρά τα μέσα δεν θα πρέπει να λαμβάνει τόσο πλουσιοπάροχη βοήθεια και δίχως προϋποθέσεις. Η Ευρώπη δεν θα πρέπει να χρηματοδοτεί μια κυβέρνηση που υπονομεύει ένα από τα θεμέλια της δημοκρατίας.
Ο Philip N. Howard είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον και στο Central European University