Ο Ζαν Ζορές είχε βρει μια όμορφη διατύπωση: «Η ισχύς μετράται με την τόλμη». Ευτυχώς για τον Τομά Πικετί. Διότι αν αποτιμούσε τον εαυτό του με βάση το μοναστικό γραφείο των 10 τετραγωνικών μέτρων που του έχει παραχωρηθεί στη Σχολή Οικονομικών του Παρισιού, σε ένα από τα κτίρια της διάσημης Ecole Normale Supérieure, θα ήταν μόνο αυτό που θεωρούσαμε ανοήτως για καιρό πως είναι. Ενας ευυπόληπτος ερευνητής, γνωστός στη μικρή ομάδα των ανθρώπων που παθιάζονται με τις διαμάχες για τον ΦΠΑ και τις φορολογικές βάσεις. Ενα φόβητρο για τη Δεξιά και πλέον κάτι ελάχιστα καλύτερο στην αυλή του Σοσιαλιστικού Κόμματος α λα Ολάντ, όπου η σταυροφορία του για τη φορολόγηση των πιο πλουσίων απειλεί να σκιάξει τους τελευταίους πελάτες. Ενας ειδικός στις καμπύλες και στα διαγράμματα, τον οποίο όμως κανείς περαστικός δεν αναγνωρίζει στον δρόμο. Αλλά αυτά ήταν πριν. Πριν ξεσπάσει, με αφετηρία τις ΗΠΑ, η «πικετιμανία», ένα παράξενο φαινόμενο που μετέτρεψε τον οικονομολόγο μας «της διπλανής πόρτας» στον νέο ροκ σταρ της παγκόσμιας οικονομίας – σύμφωνα με την έκφραση της μόδας στις αγγλοσαξονικές εφημερίδες. Σε σημείο που λίγοι ρωτούν πια «Τι πιστεύει ο Πικετί;» και περισσότεροι «Τι τύπος είναι ο Πικετί;» ή «Τι σημαίνει το φαινόμενο Πικετί;».
«Το κεφάλαιο στον 21ο αιώνα» κυκλοφόρησε στη Γαλλία τον Σεπτέμβριο του 2013, γνωρίζοντας μια κάποια, περιορισμένη όμως επιτυχία. Στα ράφια των αμερικανικών βιβλιοπωλείων έφτασε τέλη Μαρτίου. Και αμέσως έκανε πάταγο. Κατέλαβε για τρεις εβδομάδες, από τις 18 Μαΐου και εξής, την πρώτη θέση μεταξύ των ευπώλητων βιβλίων στο Amazon. Πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξαν τρεις νομπελίστες αγαπημένοι της αμερικανικής Αριστεράς, ο Πολ Κρούγκμαν, ο Τζόζεφ Στίγκλιτς και ο Ρόμπερτ Σόλοου, σπεύδοντας να οπισθογραφήσουν το έργο. Γράφοντας στους «Νιου Γιορκ Τάιμς», ο Κρούγκμαν δεν δίστασε να μιλήσει για «το πιο σημαντικό βιβλίο της χρονιάς, αν όχι της δεκαετίας». Εγκώμια ήρθαν και από εκεί όπου δεν τα περίμενε κανείς. Γράφοντας στους «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς», τη βίβλο των βρετανικών αγορών, ο Μάρτιν Γουλφ χαιρέτισε ένα έργο «απίστευτης σημασίας». Σύντομα, ο Τομά Πικετί πέρασε από τις μέσα σελίδες στα πρωτοσέλιδα – το «Μπλούμπεργκ Μπίζνες Γουίκ» μετέτρεψε στο δικό του τον Κάρολο Μαρξ και τον Τζάστιν Μπίμπερ σε «φαν» του οικονομολόγου – και τα τηλεοπτικά πλατό.
Ως καλός επιστήμων, ο καθηγητής προτιμά να απαριθμεί ψυχρά τους λόγους στους οποίους οφείλεται, κατά την άποψή του, αυτό το φαινόμενο. Μάθημα Νο 1: Δεν μπορούμε να οικοδομήσουμε τίποτε το γερό χωρίς να χτίσουμε μια βάση από σκυρόδεμα. Το βιβλίο παραθέτει δεδομένα όσον αφορά την κατανομή του πλούτου από τον 18ο αιώνα σε πολυάριθμες χώρες. Είναι αποτέλεσμα περισσότερων από 20 χρόνων έρευνας από πολλούς ερευνητές. Μάθημα Νο 2: Η μορφή έχει σημασία. «Το έγραψα περισσότερο ως ιστορικό παρά ως οικονομικό βιβλίο και πρόσεξα ιδιαίτερα τη γραφή» διαβεβαιώνει ο Πικετί. Προκειμένου να ελαφρύνει μάλιστα ένα υλικό που απειλούσε να πέσει κάπως «βαρύ», διέσπειρε στο κείμενο λογοτεχνικές αναφορές, από τον Ονορέ ντε Μπαλζάκ μέχρι την Τζέιν Οστεν, που μιλούν απευθείας στο συλλογικό φαντασιακό. Μάθημα Νο 3: Ενα ελαφρώς επιθετικό μάρκετινγκ ποτέ δεν κάνει κακό. Το ντύμα της αμερικανικής έκδοσης, σε μια χώρα όχι ιδιαίτερα γνωστή για τις μαρξίζουσες παρεκκλίσεις της, κοσμείται από τη λέξη «Κεφάλαιο» γραμμένη με τεράστια κόκκινα γράμματα. Η υπόσχεση μιας αιμοσταγούς συζήτησης. «Αποδείχθηκε μάλλον αποτελεσματικό, έτσι δεν είναι;» ρωτά ο συγγραφέας στο γραφείο του.
Το ντύμα του βιβλίου, βέβαια, όσο επιτυχημένο και αν είναι, δεν εξηγεί από μόνο του τη γέννηση της «πικετιμανίας» στις ΗΠΑ. Είναι το μάθημα Νο 4: Για να μετατραπεί ένα καλό βιβλίο σε φαινόμενο, πρέπει να συναντήσει το περίφημο πνεύμα των καιρών, το Zeitgeist του Χέγκελ και του Χάιντεγκερ. Και αυτό συνέβη στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η περίπλοκη θέση του βιβλίου «Το κεφάλαιο στον 21ο αιώνα» μπορεί (πολύ) χονδρικά να συνοψιστεί ως εξής: αφού έφτασαν στο ζενίθ μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση, που παρακολούθησε την ανάδυση μιας τάξης εισοδηματιών, οι ανισότητες μειώθηκαν σημαντικά μετά τον Β" Παγκόσμιο Πόλεμο και τις τρεις δεκαετίες οικονομικής άνθησης που ακολούθησαν. Κατόπιν όμως το μεγάλο χάσμα άρχισε να αυξάνεται εκ νέου και γρήγορα. Στις ανισότητες των εισοδημάτων από την εργασία προστίθεται ένα φαινόμενο συγκέντρωσης του κεφαλαίου. Σύμφωνα με τις έρευνες του Πικετί, η απόδοση του κεφαλαίου στο σύνολό του αυξάνεται σήμερα πιο γρήγορα από τα εθνικά εισοδήματα, τροφοδοτώντας το φαινόμενο. Και η τάση αυτή δεν δείχνει έτοιμη να ανακοπεί. Εκτός αν το αποφασίσουν οι πολιτικοί, φορολογώντας περισσότερο τους πλουσίους. Αν λοιπόν το βιβλίο έκανε περισσότερο θόρυβο στις ΗΠΑ, αυτό οφείλεται πιθανότατα σε έναν απλούστατο λόγο: οι ανισότητες αυξήθηκαν εκεί εσχάτως πολύ πιο γρήγορα από ό,τι στη γηραιά Ευρώπη.
«Οι Αμερικανοί έχουν μεγαλύτερη ανεκτικότητα όσον αφορά τις ανισότητες από ό,τι οι Γάλλοι, μόνο όμως αν οφείλονται στην προσωπική αξία. Το βιβλίο του Τομά Πικετί αναγγέλλει μια επιστροφή σε μια κληρονομική κοινωνία, που είναι το αντίθετο του αμερικανικού «αξιοκρατικού» ιδανικού. Εξού το ενδιαφέρον και η ανησυχία του αμερικανικού κοινού» αναλύει ο Εμάνιουελ Σάεζ, συνεργάτης του Πικετί από το Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ. Αυτό που κατόρθωσε ο Τομά Πικετί στις ΗΠΑ ήταν να γίνει η θεμέλια λίθος ΤΗΣ συζήτησης της εποχής. Δεν συνέβη το ίδιο στη Γαλλία. Ως γνωστόν, ουδείς προφήτης στον τόπο του. Οταν κυκλοφόρησε το βιβλίο του, ένας φιλελεύθερος δοκιμιογράφος, ο Νικολά Μπαβερέζ, το χαρακτήρισε απαξιωτικά «μαρξισμό της υπονομαρχίας». Οι πιο αριστεροί οικονομολόγοι τον θεωρούν υπερβολικά φιλελεύθερο, ως υπερασπιστή μιας κοινωνίας βασισμένης στην αξιοκρατία. Η επονομαζόμενη μεταρρυθμιστική Αριστερά εκνευρίζεται με το ουτοπικό του σχέδιο εγκαθίδρυσης ενός παγκόσμιου φόρου για τους πλουσιότερους. Σύμβουλος της Σεγκολέν Ρουαγιάλ κατά την προεκλογική της εκστρατεία για την προεδρία το 2007, ο Τομά Πικετί δεν βρίσκεται πλέον στην αυλή του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Παρότι είχε στηρίξει τον Φρανσουά Ολάντ κατά την προεκλογική καμπάνια του 2012, διατηρώντας παράλληλα μια λογική απόσταση, εδώ και καιρό δεν κρύβει την άποψή του για τον πρόεδρο της Γαλλίας: «Μάλλον ανίκανος».
Εντούτοις, ο 43χρονος Πικετί είναι ένα αγνό προϊόν της αξιοκρατίας α λα γαλλικά. Μια ζωντανή διαφήμιση για το εκπαιδευτικό σύστημα της Γαλλίας. Ο πατέρας του, από καλή παριζιάνικη οικογένεια, και η μητέρα του, ταπεινής καταγωγής, εγκατέλειψαν την πρωτεύουσα με τη φόρα του Μάη του "68 για να εκθρέψουν κατσίκες στην Οντ, στον γαλλικό Νότο. Μια χρεοκοπία και μερικές διαλυμένες ψευδαισθήσεις αργότερα, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Τουρ, όπου και μεγάλωσε. Υπήρξε πρότυπο μαθητή, απέκτησε επιστημονικό μπακαλορεά στα 16 του και μπήκε στην Ecole Normale Supérieure στα 18 του. Την ίδια χρονιά, το 1989, έγινε δεκτός και στην Πολυτεχνική Σχολή. Το 2002 απέσπασε από τη «Μοντ» το βραβείο του καλύτερου νεαρού οικονομολόγου της Γαλλίας. Ο Τομά Πικετί έγινε σύντομα μια τακτική υπογραφή στην εφημερίδα, με ένα πραγματικό ταλέντο να πυροδοτεί πολεμικές, αξιώνοντας ακατάπαυστα την εκ βάθρων μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος. Παράλληλα, όμως, είχε ήδη βάλει στα σκαριά το αμερικανικό του love story.
Μετά το διδακτορικό του, εργάστηκε για δύο χρόνια, την περίοδο 1993-1995, στο ΜΙΤ αναπτύσσοντας ευφυή θεωρητικά μοντέλα. «Μου έλειπε όμως ακόμη μια απτή σύνδεση με την πραγματικότητα… Αγαπώ τις ΗΠΑ, αλλά όχι αρκετά για να περάσω εκεί τη ζωή μου». Επιστρέφει εντούτοις συχνά τα τελευταία χρόνια για μια άλλη ιστορία αγάπης. Η νέα του σύζυγος Ζουλιά Καζέ, επίσης απόφοιτος της Ecole Normale Supérieure και οικονομολόγος των ΜΜΕ, μόλις ολοκλήρωσε το διδακτορικό της στο Χάρβαρντ. Ο πρώτος του γάμος τον είχε ήδη κάνει έναν πολίτη του κόσμου: ζούσε τότε μεταξύ Βοστώνης, Παρισιού και Μόσχας, όπου η μητέρα των τριών θυγατέρων του, ιστορικός στο επάγγελμα, συνέχιζε τις έρευνές της.
Το 2005 η Γαλλία τού εμπιστεύτηκε τα ηνία του μεγάλου πρότζεκτ της εποχής: την ίδρυση μιας παριζιάνικης οικονομικής σχολής, ισάξιας και ανταγωνιστικής της λονδρέζικης LSE, όπου έκανε μέρος του διδακτορικού του, και του MIT. Δύο χρόνια αργότερα ο Πικετί έκανε μια τολμηρή κίνηση. Εγκατέλειψε το πηδάλιο της Σχολής Οικονομικών του Παρισιού για να στρατευτεί στο πολιτικό μέτωπο ως οικονομικός σύμβουλος της Σεγκολέν Ρουαγιάλ. Την ίδια περίοδο συνάπτει σύντομη και θυελλώδη σχέση με τη σημερινή υπουργό Πολιτισμού, την Ορελί Φιλιπετί. Μια ιστορία που είχε άσχημο τέλος και συνετέλεσε στο να κλείσουν γι" αυτόν οι πόρτες στο PS. Τα υπόλοιπα τα έκαναν οι ιδέες του, ιδέες ελάχιστα συμβατές με τη «στροφή» της πολιτικής τόνωσης της προσφοράς με σος Ολάντ.
Κάθε φαινόμενο «μανίας», όμως, περνάει από διάφορα στάδια. Το δεύτερο στάδιο είναι εκείνο της οργάνωσης των επικριτών. Προς το παρόν, η πλέον δηλητηριώδης επίθεση έχει προέλθει από τον Κρις Τζάιλς, αρθρογράφο των «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς», ο οποίος αμφισβήτησε τα στατιστικά στοιχεία που αξιοποιούν ο Τομά Πικετί και η ομάδα του. Ο Γάλλος απάντησε γρήγορα στον ιστότοπό του και δείχνει να κατάφερε να σβήσει την πυρκαγιά. Και άλλες κριτικές όμως φτάνουν πλέον από παντού: Δεν υπερεκτιμά τη σημασία των ακινήτων στην προσέγγιση που κάνει στο «Κεφάλαιο»; Δεν συνάγει βεβιασμένα συμπεράσματα από τις στατιστικές ώστε να περιγράψει το μέλλον; Είναι το τίμημα της επιτυχίας. Ολοι οι ερευνητές θα κοσκινίσουν τώρα, για μήνες, το βιβλίο προκειμένου να εντοπίσουν ενδεχόμενα σφάλματα ή λάθη στον συλλογισμό. Προς το παρόν, ο Τομά Πικετί απορρίπτει τις μομφές με φράσεις που κινδυνεύουν να αποδειχθούν πεπερασμένης ισχύος: «Δεν πρέπει να διάβασαν το βιβλίο» ή «ζηλεύουν». Ο ίδιος σπεύδει πάντως να διαχωρίσει τον αυστηρό τομέα της έρευνας από εκείνον της ερμηνείας: «Στο τέταρτο μέρος του βιβλίου παραθέτω τις δικές μου ερμηνείες. Ας γράψει όμως ο καθένας το δικό του τέταρτο μέρος. Δεν με ενοχλεί καθόλου». Ο «πικετισμός», αν υφίσταται κάτι τέτοιο, δεν θέλει να είναι ένα πυρομανές δόγμα, ένα ξενύχτισμα του νεκρού, αλλά μάλλον μια σκέψη με στόχο την προστασία του καπιταλισμού από τον ίδιο του τον εαυτό.