Η παρούσα μελέτη, βραβευμένη ήδη από την Ακαδημία Αθηνών στην πρώτη της εκδοτική εμφάνιση (2001), ανέλυε την εικόνα ευρωστίας και ανάπτυξης του θεσσαλονικιώτικου εβραϊσμού κατά την εξεταζόμενη 60ετία (1856-1919). Είναι η εποχή όπου συντελείται η απογείωση μιας «ιδιαίτερης κοινότητας» στην πολυεθνoτική πόλη.

H Ρένα Μόλχο μελετά συστηματικά την ιστορία του ελληνικού εβραϊσμού και ειδικότερα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης πολλά χρόνια τώρα: έχει καταρτίσει πρoγράμματα πανεπιστημιακών μαθημάτων και σεμιναρίων, έχει οργανώσει συνέδρια ή έχει συμμετάσχει σε σχετικές επιστημονικές εκδηλώσεις, έχει δημοσιεύσει σχετικά βιβλία, μελέτες, άρθρα. Aφετηρία όλης αυτής της ερευνητικής δραστηριότητας ήταν η ανάγκη να καλυφθεί ένα σημαντικό κενό της ελληνικής ιστοριογραφίας, να λυθεί η «σιωπή» που περιέβαλλε το ζήτημα της μακραίωνης παρουσίας του εβραϊκού στοιχείου στον ελληνικό χώρο και της συνύπαρξής του με άλλα εθνικοθρησκευτικά σύνολα. Στο μεταξύ, έχει συσταθεί η Εταιρεία Μελέτης Ελληνικού Εβραϊσμού, έχουν πληθύνει οι έγκυρες μελέτες και οι μελετητές, έχει κατοχυρωθεί ποικιλοτρόπως το ενδιαφέρον αυτό ιστοριογραφικό πεδίο έρευνας. Η συγγραφέας του βιβλίου ανήκει στους πρωτοπόρους της δεκαετίας του '90 που ενεργοποίησαν και έστρεψαν την προσοχή των νέων ιστορικών στην εξέταση και διερμήνευση των εύγλωττων αποσιωπήσεων σχετικά με το ελληνικό εβραϊκό στοιχείο.

Η προνομιακή γεωπολιτική θέση της Θεσσαλονίκης, κόμβου στο δίκτυο των χερσαίων και των θαλάσσιων συγκοινωνιών, την κατέστησε διαχρονικά επίζηλο οικονομικό αστικό κέντρο. Σε καμία ιστορική φάση της πόλης δεν λείπει το στοιχείο της εβραϊκής δράσης, αλλά ιδιαίτερα στην οθωμανική περίοδο η δημογραφική άνθηση αναβαθμίζει τη μειονότητα σε ιδιαίτερη, στιβαρή και συνεκτική κοινότητα που μάλιστα, κατά καιρούς, υπερτερεί όλων των άλλων εθνοθρησκευτικών ομάδων (μουσουλμάνων και χριστιανών ορθόδοξων κυρίως): μετά το 1492, με τη μαζική άφιξη των εκδιωχθέντων από τον τόπο τους Ισπανοεβραίων (σεφαραδιτών), ο εβραϊκός πληθυσμός δίνει τον κυρίαρχο τόνο στην πόλη έτσι που η Θεσσαλονίκη να θεωρείται «madre de Israel» (μητέρα του Ισραήλ). Στην πρώτη ενότητα του βιβλίου («Η δημογραφική φυσιογνωμία και η οργάνωση της κοινότητας»), με βάση πηγές οθωμανικές, ελληνικές και εβραϊκές, στατιστικά, απογραφικά δεδομένα και πίνακες, τεκμαίρεται ότι ο εβραϊκός παράγοντας, αξιοποιώντας τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες που έδιναν οι διοικητικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις της οθωμανικής κυβέρνησης στα τέλη του 19ου αιώνα, αναβάθμισε κατά πολύ τον κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό του ρόλο. Η εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης, συσπειρωμένη στο κέντρο της πόλης, διακρίνεται για τη συνοχή της: η σεφαραδίτικη παρουσία μπόρεσε να συγκεράσει όλες τις μικρότερες εβραϊκές πολιτιστικές ομάδες, κάτι διόλου αυτονόητο σε άλλες πόλεις της οθωμανικής αυτοκρατορίας (π.χ. στην Κωνσταντινούπολη συνυπήρχαν αυτόνομες και ενίοτε αλληλοσυγκρουόμενες τέσσερις εβραϊκές κοινότητες). Το οργανωτικό και θεσμικό πλαίσιο που θωράκισε την πολιτική οντότητα της κοινότητας σε αυτά τα χρόνια των καθοριστικών αλλαγών (Tanzimat), οι δικαιοδοσίες της αρχιραβινείας, η κοινοτική διοίκηση, οι επιτροπές των τριάντα δύο συναγωγών, τα κοινοτικά δικαστήρια, η οικονομική διαχείριση της κοινοτικής περιουσίας, το ιστορικό των κοινοτικών κοινωφελών ιδρυμάτων (νοσοκομεία, πτωχοκομεία, ορφανοτροφεία), η χωροθετική διάταξη των εβραϊκών συνοικιών, παλαιότερων και νεότερων, περιγράφονται αναλυτικά από τη συγγραφέα και αποτυπώνουν τη δυναμική πορεία αυτών των «αλλογενών» που ενσωματώθηκαν στον αστικό ιστό και συνέβαλαν στη συγκρότηση της Θεσσαλονίκης ως διακεκριμένης πόλης της Ανατολικής Μεσογείου.
Το πώς η «απογείωση» που παρατηρείται κατά την εξεταζόμενη περίοδο δεν ήταν προϊόν απλής συγκυρίας, αλλά αποτέλεσμα προσεκτικής και μεθοδικής πολιτιστικής πολιτικής εξετάζεται στη δεύτερη ενότητα του βιβλίου («Εκπαιδευτική υποδομή και ιδεολογική διαμόρφωση»). Εδώ αποτιμάται η εβραϊκή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στα χρόνια αυτά και η αναδιοργάνωση των κοινοτικών ιδρυμάτων με πνεύμα εκσυγχρονιστικό. Συνδυάζοντας τη θρησκευτική με την κοσμική παιδεία, παρέχοντας τεχνική και επαγγελματική κατάρτιση στα εβραϊκά λαϊκά στρώματα, προωθώντας τη γλωσσομάθεια, τη λειτουργία κοινοτικών και ιδιωτικών σχολείων αρρένων και θηλέων κατά τις προδιαγραφές της δυτικής εκπαίδευσης (η προοδευτική αντίληψη για τη γυναικεία χειραφέτηση σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες είναι παραπάνω από εμφανής), δημιουργώντας πολιτιστικές οργανώσεις και συλλόγους, οι ιθύνοντες της κοινότητας διαμορφώνουν μια νέα κοινωνική συνείδηση και νοοτροπία. Οι εγγράμματοι Εβραίοι (πολλοί φοιτούν σε αλλόθρησκα σχολεία, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά) αποκτούν αυτοπεποίθηση, διευρύνουν τους ορίζοντές τους, είναι ενημερωμένοι και υπεύθυνοι πολίτες (κατά το διάστημα αυτό κυκλοφορούν περί τα σαράντα περιοδικά και εφημερίδες στα ισπανοεβραϊκά ή γαλλικά), συμβάλλουν στη γενική ανύψωση του κοινωνικού επιπέδου, αποτινάσσοντας στερεότυπα και προκαταλήψεις (π.χ. την αμιξία, την εθνοθρησκευτική καθαρότητα) και αντιμετωπίζοντας θαρρετά τις αντιξοότητες (καταστροφικές πυρκαγιές, πολεμικές συρράξεις).