Φωτιά - και μάλιστα μεγάλη - έχει ανάψει στους Βρετανούς ο Τζορτζ Κλούνι με τη δήλωσή του υπέρ της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα. Μία εβδομάδα μετά την επίμαχη δήλωση οι τόνοι κάθε άλλο παρά έχουν πέσει. Την ώρα που στη δημοσκόπηση της εφημερίδας «Γκάρντιαν» (ως χθες) το 87% απαντά θετικά στο ερώτημα αν ο Τζορτζ Κλούνι έχει δίκιο και αν τα Γλυπτά πρέπει να επιστραφούν στην Ελλάδα, η «Ντέιλι Tέλεγκραφ» απαντά με άρθρο υπό τον τίτλο «Ελγίνεια - Για ποιον λόγο το σπίτι τους είναι εδώ», ενώ τους τόνους ανεβάζει ακόμη περισσότερο ο δήμαρχος του Λονδίνου Μπορίς Τζόνσον κατηγορώντας τον ηθοποιό ότι με τη δήλωσή του υπέρ του ελληνικού αιτήματος υιοθετεί φιλοναζιστική πολιτική!
Η τεράστια δημοσιότητα που έλαβε το θέμα μετά την απάντηση του Τζορτζ Κλούνι σε ελληνίδα δημοσιογράφο (του έθεσε το σχετικό ερώτημα κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ Βερολίνου) έχει θορυβήσει έντονα τους Βρετανούς. Οχι μόνο επειδή η είδηση έκανε τον γύρο του κόσμου και ο απόηχός της δεν λέει να κοπάσει, αλλά και για δύο ακόμη λόγους: πρώτον, επειδή ήταν αυθόρμητη και όχι στο πλαίσιο μιας οργανωμένης καμπάνιας· και, δεύτερον, επειδή η αρχική αμήχανη εκ πρώτης όψεως απάντηση του ηθοποιού έγινε σαφής θέση τις επόμενες ημέρες που ενισχύθηκε από την υποστήριξη δύο ακόμη δημοφιλών ηθοποιών, του Μπιλ Μάρεϊ και του Ματ Ντέιμον.
Σε άρθρο του ο δημοσιογράφος της «Ντέιλι Τέλεγκραφ» Μαρκ Χάντσον γράφει: «Υπάρχει κάτι απίστευτα ρομαντικό στην ιδέα της επιστροφής στη γη από την οποία ξεφύτρωσαν αυτών των αντικειμένων με την τεράστια πνευματική και πολιτιστική σημασία. Οταν όμως σταθμίσει κάποιος τα ζητήματα που εμπλέκονται τόσο περισσότερο θα συνειδητοποιήσει ότι η ιδέα αυτή δεν πάει πολύ πέρα από το "θα ήταν καλό" (σ.σ.: που είπε ο Κλούνι). Τα Γλυπτά που θα επιστραφούν δεν θα πάνε στην αρχική τους θέση, στα ανώτερα τμήματα του ναού - όπου, παρεμπιπτόντως, θα ήταν πολύ δύσκολο να τα δούμε -, αλλά σε ένα μουσείο».Και αφού υποστηρίζει πως «το ρολόι δεν γυρίζει πίσω» και ότι, «αν τα βλέπαμε στις αρχικές τους θέσεις, άθικτα και κακόγουστα βαμμένα, θα έδειχναν ειδεχθή  στο σύγχρονο βλέμμα»,  συνεχίζει: «Ποτέ δεν θα δω τους διογκωμένους όγκους των Γλυπτών του Παρθενώνα, την υπέροχη αίσθηση του βάρους και της ροής, χωρίς να μου έρθουν στον νου τα γλυπτά του Χένρι Μουρ. Αυτό είναι επίσης μέρος του διαλόγου μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος τον οποίο αντιπροσωπεύει η παρουσία αυτών των αντικειμένων στη Βρετανία.
Δεν ζούμε πια στην εποχή του ρομαντικού εθνικισμού που οδήγησε την Ελλάδα στην ανεξαρτησία της (και σε πολλά άλλα πολύ λιγότερο επιθυμητά φαινόμενα), όταν ο πολιτισμός εθεωρείτο ότι εκπορευόταν από συγκεκριμένους ανθρώπους που ζούσαν σε ένα συγκεκριμένο κομμάτι της Γης, όταν κυβερνήσεις συνέστηναν τμήματα που αποφάσιζαν τι ήταν και τι δεν ήταν νόμιμη έκφραση του ιδιαίτερου εθνικού πολιτισμού τους.
Στον μεταμοντέρνο, μετα-εθνικιστικό κόσμο μας όλα σχετίζονται με την αλληλεπίδραση και τον υβριδισμό (...) από τη μία πλευρά - αυτό σημαίνει ότι δεν μπορείτε να πείτε "η χώρα μου" ή "ο πολιτισμός μου" χωρίς να ηχεί φασιστικά - και από την άλλη σημαίνει ότι τα Γλυπτά του Παρθενώνα είναι τόσο βρετανικά όσο και ελληνικά».
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από