Η πρόταση του γερμανού υπουργού Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε για τη δημιουργία ενός δεύτερου, χωριστού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μόνο για τις χώρες της ευρωζώνης πυροδοτεί έντονες συζητήσεις. Προωθημένη σκέψη που, στο τραπέζι του δημόσιου διαλόγου λίγο πριν από τη διεξαγωγή της κρισιμότερης εκλογικής αναμέτρησης στην ιστορία του Ευρωκοινοβουλίου, δεν αφήνει αμφιβολία ότι η Γερμανία έχει αποφασίσει να ηγηθεί της Ευρώπης, όχι μόνον οικονομικά αλλά και πολιτικά.
Με την πρότασή του ο γερμανός πολιτικός φαίνεται να επιδιώκει την ταχύτερη εμβάθυνση της ευρωζώνης, επομένως την ουσιαστικότερη προώθηση της ενοποίησης. Αλλά τυχόν εφαρμογή αυτής της πρότασης θα οδηγούσε στη διάσπαση του Ευρωκοινοβουλίου, του δημοκρατικότερου θεσμού του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και του ισχυρότερου συμβόλου ενότητας της Ευρώπης και των λαών της. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι η πρώτη αντίδραση των ευρωβουλευτών, ανεξαρτήτως πολιτικής οικογένειας ή χώρας προέλευσης, κλιμακώνεται από επιφυλακτική έως απόλυτα αρνητική. Μάλιστα, κάποιοι βλέπουν στην πρόταση αυτή μια «πρόταση διάσπασης» της ίδιας της ΕΕ.
Η πρόταση Σόιμπλε δεν μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς μία εκ βάθρων αναθεώρηση των ισχυουσών ευρωπαϊκών συνθηκών. Τόσο στο προοίμιο όσο και σε επιμέρους διατάξεις του «Συντάγματος» της Ενωσης, ορίζεται σαφώς ότι η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Νομισματική Ενωση (ΟΝΕ) και το ενιαίο νόμισμα αποτελούν σκοπό όλων ανεξαιρέτως των κρατών-μελών και της ίδιας της Ενωσης. Μάλιστα, τα κράτη-μέλη που δεν ανήκουν στην ευρωζώνη χαρακτηρίζονται από τις συνθήκες ως «κράτη-μέλη με παρέκκλιση», δηλαδή ως κράτη-μέλη που - ως εξαίρεση - δεν έχουν ακόμη ενταχθεί στην ευρωζώνη. Τα πράγματα λοιπόν είναι ξεκάθαρα από θεσμική άποψη.
Αλλά ακόμη και το πιο ακραίο, θεωρητικό σενάριο που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, εκείνο της αλλαγής του σημερινού εσωτερικού κανονισμού του Ευρωκοινοβουλίου ώστε τα νομοθετικά κείμενα για την ευρωζώνη να ψηφίζονται μόνον από ευρωβουλευτές που ανήκουν σε κράτη-μέλη της, είναι απολύτως εξωπραγματικό. Και αυτό το σενάριο προσκρούει στις συνθήκες, αφού έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με τη θεμελιώδη αρχή της ισότητας των μελών του Ευρωκοινοβουλίου.
Είναι σαφές λοιπόν ότι η πρόταση Σόιμπλε περί δύο Κοινοβουλίων θέτει ξεκάθαρα ζήτημα συνολικής αναθεώρησης των συνθηκών. Ομως, στο σημερινό ρευστό, γεμάτο αποκλίσεις και εντάσεις ευρωπαϊκό περιβάλλον, η εκ θεμελίων αναθεώρηση των συνθηκών είναι κίνηση εξαιρετικά υψηλού ρίσκου. Η αναθεωρητική διαδικασία είναι, ούτως ή άλλως, ιδιαίτερα δυσχερής και πολύπλοκη και μπορεί εύκολα να εξελιχθεί σε «πεδίο μάχης» μεταξύ αντιτιθέμενων απόψεων οδηγούμενη έτσι σε αδιέξοδο. Αλλά ακόμη και αν κατέληγε σε κάποιο αποτέλεσμα, αυτό, ως προϊόν μεγάλων συμβιβασμών, δεν θα προωθούσε όσο θα έπρεπε την «περισσότερη Ευρώπη». Αρκεί κανείς να συνυπολογίσει τη στάση της Μεγάλης Βρετανίας αλλά και άλλων χωρών, τις αποφάσεις των οποίων επηρεάζουν ανερχόμενες ευρωσκεπτικιστικές- ευρωαρνητικές δυνάμεις. Επιπλέον, ουδείς μπορεί να αποκλείσει ότι τελικώς εθνικά Κοινοβούλια ή δημοψηφίσματα σε διάφορα κράτη-μέλη θα οδηγούσαν στην απόρριψη των αναθεωρημένων συνθηκών.  
Είναι γνωστή άλλωστε η οδυνηρή αυτή εμπειρία. Εν κατακλείδι, μία αποτυχημένη προσπάθεια αναθεώρησης θα βύθιζε την Ευρώπη σε μια νέα κρίση. Σε μια νέα μεγάλη περιπέτεια την οποία πολύ αμφιβάλλω εάν θα μπορούσε να αντέξει αυτήν τη φορά η Ευρωπαϊκή Ενωση.
Στην παρούσα λοιπόν συγκυρία πιστεύω ότι η πιο ρεαλιστική λύση θα ήταν να εξαντληθούν τα όρια βελτίωσης των σημερινών συνθηκών, χωρίς να ανοιχθεί ο ασκός του Αιόλου της εκ βάθρων αναθεώρησης. Αλλωστε αυτή η πρακτική έχει ακολουθηθεί τα τελευταία χρόνια για την προώθηση της ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ενωσης που εξελίσσεται χωρίς τροποποίηση των ευρωπαϊκών συνθηκών.
Eίναι δύσκολο να μη δει κανείς ότι πίσω από την πρόταση Σόιμπλε κρύβεται ανησυχία για τη σύνθεση του επόμενου Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η ενίσχυση των δυνάμεων που αντιτίθενται στην ευρωπαϊκή ενοποίηση είναι πράγματι ορατό ενδεχόμενο και αιτία μεγάλου προβληματισμού. Πιστεύω όμως ότι, παρά την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, τελικά η μεγάλη πλειοψηφία των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα είναι και πάλι φιλοευρωπαϊκή.  Για να επιτευχθεί όμως αυτό θα πρέπει οι ισχυρές χώρες της Ενωσης, με πρώτη τη Γερμανία, να προχωρήσουν το ταχύτερο στα απαραίτητα γενναία βήματα για «Ανάπτυξη - Ανταγωνιστικότητα - Απασχόληση - Κοινωνική Συνοχή».
Ο Γιώργος Σ. Κουμουτσάκος είναι ευρωβουλευτής της ΝΔ