Το ζόρι του ΣΥΡΙΖΑ με τη διαπλοκή δεν είναι ούτε καινούργιο, ούτε τυχαίο, ούτε ανιδιοτελές. Υπηρετεί ένα σχέδιο ελέγχου του Τύπου, το οποίο ξετυλίγεται απροκάλυπτα, αν και άγαρμπα, την τελευταία διετία.
Καταρχήν, η θεωρία ενός υποτιθέμενου «αμαρτωλού τριγώνου» κυβέρνησης, τραπεζών και μέσων ενημέρωσης που επανέφερε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ την Κυριακή στη Βουλή δεν είναι παρά κακοχωνεμένη ανακύκλωση ανάλογων δοξασιών που διακινούσε ή άκρα Αριστερά στη Λατινική Αμερική πριν από 15-20 χρόνια.
Πριν δηλαδή διάφοροι αμφίβολης δημοκρατικότητας ηγέτες (συνήθως της αρεσκείας του ΣΥΡΙΖΑ...) αναρριχηθούν στην εξουσία και στραφούν ανοιχτά και ανενδοίαστα κατά της ελευθερίας του Τύπου.
Τα παραδείγματα στη Βενεζουέλα, στην Αργεντινή, στον Ισημερινό, στο Περού, στη Βολιβία είναι αναρίθμητα. Και επικίνδυνα.
Οπως στη Λατινική Αμερική του Τσάβες, έτσι και στην Ελλάδα του Τσίπρα η «διαπλοκή» δεν είναι τελικά παρά το πρόσχημα του ελέγχου.
Στην πραγματικότητα δεν τους ενοχλεί κανένα «τρίγωνο». Τους ενοχλεί (όπως συνέβη τώρα...) η ευχέρεια του Τύπου να αξιολογήσει κατά την κρίση του την επίδοση του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ στη Βουλή. Κανείς δεν του φταίει αν βούλιαξε.
Ακόμη χειρότερα. Η επίθεση στον Τύπο φαίνεται να αποτελεί πλέον κεντρική πολιτική επιλογή του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Εξαιρούνται, φυσικά, όσα παντελώς αναξιόπιστα μέσα ανακαλύπτουν κάθε τρεις και λίγο «μυστικές δημοσκοπήσεις» με τον κ. Τσίπρα να προηγείται και εφευρίσκουν σχέδιο απαξίωσής του!..
Η επιλογή αυτή δεν είναι τωρινή και προηγήθηκε των τελευταίων εκλογών, με πρώτο κρούσμα την άρνηση του Αλ. Τσίπρα να παραχωρήσει συνέντευξη στον τηλεοπτικό σταθμό Mega. Η σύγκρουση με τα μέσα ενημέρωσης και κυρίως με συγκεκριμένα μέσα ενημέρωσης προκύπτει καταρχήν από την πάγια προσπάθεια μιας ορισμένης Αριστεράς να κατασκευάζει «βολικούς εχθρούς».
Προκύπτει όμως και μέσα από την πεποίθηση συμβούλων του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ ότι έτσι ενισχύεται ο «αντισυστημικός» χαρακτήρας του κόμματος και του προέδρου του, άρα και τα περιθώρια ελιγμών του σε άλλα σοβαρά ζητήματα. Με άλλα λόγια, όταν διυλίζεις τη διαπλοκή στην Αθήνα μπορείς μια χαρά να καταπίνεις το Μνημόνιο στο Τέξας.
Οι σύμβουλοι αυτοί του προέδρου, που δραστηριοποιούνται και επαγγελματικά στον χώρο των δημοσκοπήσεων, θεωρούν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πολιτικό συμφέρον να απαξιώσει τηλεοπτικούς σταθμούς, εφημερίδες και προσωπικά δημοσιογράφους. Και ταυτοχρόνως να επιδιώξει τη δημιουργία ενός «φιλικού και ελεγχόμενου δημοσιογραφικού κυκλώματος» στον Τύπο, στην τηλεόραση και στο Διαδίκτυο, το οποίο θα μεθοδεύει την αποδυνάμωση του παραδοσιακού Τύπου στο όνομα της «μάχης με τη διαπλοκή».
Ηδη στοχευμένες και συνεχείς τέτοιες προσπάθειες εκδηλώνονται από ιστότοπους ή μέσα ενημέρωσης (ευτυχώς, περιθωριακά...) που πρόσκεινται ή και χρηματοδοτούνται από την αξιωματική αντιπολίτευση.
Αλλά και από έναν δημοσιογραφικό υπόκοσμο που για λόγους καθαρής σκοπιμότητας επέλεξε να συμπλεύσει μαζί τους.
Οι εισηγητές του συγκεκριμένου σχεδίου επικαλούνται στοιχεία ερευνών της επινόησής τους για να δείξουν δύο πράγματα.
Πρώτον, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ηττήθηκε στις εκλογές του Ιουνίου του 2012 επειδή εξαπολύθηκε εναντίον του μια «εκστρατεία φόβου». Κατά την ανάλυσή τους, αυτή η εκστρατεία ανέτρεψε τα προγνωστικά ευρείας επικράτησης του ΣΥΡΙΖΑ που πάλι οι δικές τους δημοσκοπήσεις είχαν προεξοφλήσει. Εισηγούνται ως εκ τούτου μια εκστρατεία απαξίωσης των «παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης» ώστε κάτι τέτοιο να μην επαναληφθεί.
Δεύτερον, ότι η αντίθεση στο «κυρίαρχο σύστημα των μέσων ενημέρωσης» μπορεί να ενεργοποιήσει υπόγεια ρεύματα ψηφοφόρων προς τον ΣΥΡΙΖΑ από χώρους όπως η Χρυσή Αυγή ή οι ΑΝΕΛ, τους οποίους δεν μπορεί να προσεγγίσει ανοιχτά χωρίς να εκτεθεί.
Ολα αυτά, βεβαίως, στηρίζονται στην κυνική αλλά παρανοϊκή παραδοχή ότι δεν υπάρχει πραγματικότητα, ούτε ενημέρωση, ούτε στοιχεία, ούτε δεδομένα. Οτι δεν χρειάζεται ευσυνειδησία, ικανότητες και επαγγελματισμός για να υπηρετείς τον Τύπο.
Οτι όλα είναι μια κατασκευή. Και ότι το ζητούμενο είναι «αντί να κατασκευάζουν κάποιοι άλλοι καλύτερα να κατασκευάζουμε εμείς, που ξέρουμε και τι μας συμφέρει!».