Η εκρηκτική σχέση των δύο «καταραμένων» ποιητών είχε όλα τα στοιχεία ενός ακραίου ερωτικού δράματος: πάθος, καβγάδες ύστερα από άγρια μεθύσια, ακόμα και ανταλλαγή μαχαιρωμάτων και πυροβολισμών

Ο Αρθούρος Ρεμπό ήταν μόλις 17, αλλά ήδη συγκροτημένος ποιητής και ασυμβίβαστος αναρχο-μποέμ, όταν απέστειλε δύο επιστολές με πολλά από τα ποιήματά του στον κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερό του - και ήδη γνωστό στους λογοτεχνικούς κύκλους του Παρισιού - ποιητή Πολ Βερλέν. Εκείνος διαισθάνθηκε αμέσως το τεράστιο ταλέντο του νεαρού και του απάντησε με ενθουσιασμό, προσκαλώντας τον στη ζωή του: «Ελα, αγαπητή σπουδαία ψυχή. Σε περιμένουμε. Σε ποθούμε», εσωκλείοντας στην επιστολή του ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για το Παρίσι.

Ο Ρεμπό έφτασε στη γαλλική πρωτεύουσα στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1871 και εγκαταστάθηκε προσωρινά στο σπίτι του Βερλέν, όπου ο ποιητής ζούσε με τη (συνομήλικη του Ρεμπό) έγκυο γυναίκα του Ματίλντ Μοτέ, η οποία υπέφερε τα πάνδεινα ειδικά από τη στιγμή που ο άνδρας της αποφάσισε να εγκαταλείψει τη δουλειά του για να αφοσιωθεί στην ποίηση και… την κατάχρηση αλκοόλ και άλλων «υπερβατικών» ουσιών.
Η φιλική σχέση μεταξύ «φτασμένου» και «ανερχόμενου» ποιητή γρήγορα εξελίχτηκε σε παθιασμένο και θυελλώδες ειδύλλιο, τη φλόγα του οποίου συντηρούσαν με μπόλικο αλκοόλ (κυρίως βαρύ αψέντι με έντονες παραισθητικές ιδιότητες, γνωστό και ως «πράσινη νεράιδα») και χασίς. Ο Ρεμπό συμπεριφερόταν ως αναρχικός και ασεβής «ταύρος σε υαλοπωλείο» στα στέκια των παρισινών λογοτεχνικών κύκλων, για τους οποίους η κατ' εξακολούθηση εκρηκτική και επιδεικτικά ανάρμοστη ακόμα και για τα άκρα του περιθωρίου συμπεριφορά του ζεύγους ξεπερνούσε τα όρια. Συγχρόνως, η γυναίκα του Βερλέν, με νεογέννητο βρέφος πλέον στην αγκαλιά, βρήκε το θάρρος να του θέσει τελεσίγραφο: Ή αυτός ή εγώ.
Δίλημμα για τον Βερλέν ουσιαστικά δεν τέθηκε και οι δύο «καταραμένοι ποιητές από την κόλαση» αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το συντηρητικό (!) Παρίσι και να χαθούν στο χάος και την παρακμή του Λονδίνου, όπου έφτασαν τον Σεπτέμβριο του 1872.  Εκεί, ανάμεσα στο λούμπεν υποπρολεταριάτο της αχανούς μητρόπολης με τα άπειρα καταγώγια και πορνεία, συνέχισαν τη ζωή «στα άκρα» με ανανεωμένο πάθος.
Για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην, παρουσιάστηκαν ως «δύο παρισινοί τζέντλεμεν» οι οποίοι παραδίδουν μαθήματα γαλλικών, καταχώρισαν μάλιστα και διαφήμιση στην εφημερίδα «Daily Telegraph», με την οποία αναζητούσαν μαθητές που επιθυμούσαν να μάθουν γαλλικά, λατινικά και λογοτεχνία, υποσχόμενοι «τελειότητα και φινέτσα». Παρά τις ατελείωτες κραιπάλες έβρισκαν τον χρόνο, σύμφωνα με έγκυρες πηγές, να παρακολουθούν και κάποιες από τις διαλέξεις που έδινε συχνά ο Καρλ Μαρξ στο Σόχο, αλλά και να γράφουν μερικά από τα πιο σημαντικά έργα τους (ανάμεσά τους και η περίφημη «Εποχή στην κόλαση» του Ρεμπό). Αλλες φορές πάλι το μεθύσι κατέληγε σε άγριους καβγάδες που κορυφώνονταν με επιδερμικά μαχαιρώματα.
Ο «μήνας του μέλιτος», που διήρκεσε σχεδόν έναν χρόνο, έληξε εντελώς άδοξα όταν ένα απόγευμα του Ιουνίου του 1873 ο Βερλέν επέστρεψε σπίτι κρατώντας ένα ψάρι και ένα μπουκάλι λάδι για να δεχτεί τα ειρωνικά σχόλια του Ρεμπό που του είπε ότι φαίνεται γελοίος (πιθανότατα μεταξύ άλλων πολύ πιο «χοντρών» χαρακτηρισμών). Εξαλλος ο Βερλέν τον χαστούκισε με το ψάρι στο πρόσωπο και έφυγε τρέχοντας - απειλώντας ότι θα αυτοκτονήσει - με κατεύθυνση την προκυμαία της Αγίας Αικατερίνης, απ' όπου αναχωρούσαν τακτικά πλοιάρια για το Καλέ με τελικό προορισμό το Παρίσι. Ο Ρεμπό ύστερα από λίγο έσπευσε ξοπίσω του, αλλά όταν έφτασε στην προκυμαία ο Βερλέν είχε ήδη εγκαταλείψει το Λονδίνο.
Λίγες ημέρες μετά o Βερλέν, μετανιωμένος, έστειλε ένα τηλεγράφημα στον Ρεμπό ζητώντας του να έρθει να τον συναντήσει στο ξενοδοχείο όπου έμενε στις Βρυξέλλες. Ο Ρεμπό έσπευσε στη βελγική πρωτεύουσα, αλλά η επανασύνδεση δεν κράτησε παρά μία μόνο ημέρα. Το πρωινό της 10ης Ιουλίου του 1873 ο Βερλέν αγόρασε ένα ρεβόλβερ και σφαίρες με σκοπό να αφαιρέσει τη δική του ζωή, αλλά έπειτα από έναν άγριο καβγά αποφάσισε να στρέψει το όπλο προς τον Ρεμπό, πυροβολώντας τον στον αριστερό καρπό. Αν και αιμόφυρτος, αυτός αποφάσισε να μη δώσει συνέχεια και ξεκίνησε να φύγει προς τον σιδηροδρομικό σταθμό, ο Βερλέν όμως τον ακολούθησε και η «παρανοϊκή συμπεριφόρα» του ανάγκασε τον Ρεμπό να καταγγείλει το περιστατικό στην Αστυνομία.

Στον Βερλέν απαγγέλθηκε η κατηγορία της απόπειρας ανθρωποκτονίας και στη συνέχεια υποβλήθηκε σε ταπεινωτικές ιατρικές εξετάσεις, ενώ εξετάστηκε και η «φύση» της σχέσης του με τον Ρεμπό. Μία εβδομάδα μετά ο Ρεμπό απέσυρε την καταγγελία και η κατηγορία μετατράπηκε σε τραυματισμό με όπλο, καταδικάζοντας τον Βερλέν σε δύο χρόνια φυλάκισης, διάστημα στο οποίο ασπάστηκε τον Καθολικισμό.

Αμέσως μετά την αποφυλάκισή του οι δυο τους συναντήθηκαν για μια τελευταία φορά τον Μάρτιο του 1875 στη Στουτγάρδη κι ενώ ήδη ο Ρεμπό είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει τόσο το γράψιμο όσο και τις κραιπάλες, όχι όμως και την τυχοδιωκτική ζωή - η οποία θα τον οδηγούσε κατ' αρχήν στην Ινδονησία με τον ολλανδικό αποικιακό στρατό και στη συνέχεια στην Κύπρο, την Υεμένη και την Αιθιοπία - που θα έληγε με τον θάνατό του σε γαλλικό χώμα τον Νοέμβριο του 1891. Παρά τη στροφή του προς τη θρησκεία, ο Βερλέν βυθιζόταν όλο και πιο βαθιά στον αλκοολισμό και στους πάσης φύσεως εθισμούς ώς το τέλος της ζωής του τον Ιανουάριο του 1896.
Ακολουθήστε τα ΝΕΑ στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στα ΝΕΑ