«Στα μπούτια. Στα μπούτια» ακούς ξαφνικά μια φωνή-τεστοστερόνη να εισβάλλει στο δωμάτιο και ενώ φαντάζεσαι άλλα πράγματα, ακατάλληλα, ρίχνει γλυκά το μπουζούκι μια πενιά και μια άλλη φωνή, πιο τενόρα, κράζει «Πετσούλα, πετσούλα». Βλέπεις το πλάνο. Μια αυλή κατά Λούτσα μεριά, ψιλοφαίνεται ένα σπίτι ακαθορίστου ταυτότητος που φλερτάρει με αυθαίρετη οκέλα. Χωρίς περιτοίχιση, διακρίνεται στο βάθος το Ι.Χ. του γείτονα, δύο παιδάκια τρέχουν με τα χέρια απλωμένα.
- «Η νονά, η νονά».
Ο τεστοστερόνης εν εξάρσει: «Κατερινάκι».
Και τότε η μηχανή έρχεται στην κυρία Κατερίνα Στανίση με κατακόκκινη τουαλέτα, το κόκκινο του αυγού του πασχαλιάτικου, να προχωράει προς τον φακό με ύφος υπεράνω πάσης υποψίας.
Στα χέρια της τεράστιες πλαστικές σακούλες (ο συνδυασμός τουαλέτα - σακούλα φέρνει μνήμες από πολλές οικογενειακές γιορτές μαζεμένες) και λίγο πριν ανοίξει το στόμα της, ίσα που προλαβαίνουμε ένα πλάνο με την ουρά τής πορφυρής τουαλέτας να σέρνεται στο γκαζόν και να το σκουπίζει δεόντως.
Θα μπορούσες να γελάσεις, αλλά είναι τόσο αναγνωρίσιμη εικόνα που, ενώ η ευφορία σε πλημμυρίζει, το γέλιο δεν κάθεται στα χείλη.
Και τότε είναι που μπαίνει η φωνή και το αεροπλάνο απογειώνεται. Είναι η φωνή της, γνήσια λαϊκή, με αυτή την εξαίσια προσωπική χροιά, και ακούς:
- «Πώς να έρθω στο σπίτι;
- Με τα χέρια μου άδεια;»
Σαν απάντηση, δε, εξηγεί πως πήγε στο παιχνιδάδικο που διαφημίζει και «άδειασε όλα τα ράφια». Ολο αυτό όμως με πολύ νταλγκά. Οχι συναισθηματισμούς κι αρώματα. Μιλάμε για μεγάλη καψούρα.
Κι έτσι όπως ετοιμαζόμαστε όλοι, ορχήστρα, τραγουδίστρια και ακροατές αντάμα, για το ρεφρέν, μπαίνει σφήνα ένα πλάνο με μια τροφαντή νόστιμη ξανθιά να κρατάει μια πιατέλα λεμόνια. Και σαν να μη φτάνει ο συνειρμός, ακούγεται πάλι η φωνή του άνδρα του ωραίου, του πρόστυχου, να διαλαλεί.
- «Ελα, κοριτσάρα μου, τα λεμόνια».
Και δεν ξέρεις ποιον προτρέπει να πάρουνε με τα λεμόνια. Το αρνί; Το τραγούδι; Τον στίχο; Την τραγουδίστρια; Εμάς που το βλέπουμε, την κυβέρνηση; Τον κόσμο όλο; Τη μάνα και τον πατέρα; Τη Μέρκελ; Τον Ομπάμα;
Εδώ ομολογώ ότι χάνει το «σήμα» το «σημαίνον» και το «σημαίνον» το «σημαινόμενον».
Ευτυχώς το ρεφρέν σώζει προσωρινώς την κατάσταση, δηλώνοντας ξεκάθαρα ότι χωρίς αυτό το μαγαζί η άδουσα δεν μπορεί ούτε ώρα γιατί...
- «Η ζωή μου θα μοιάζει με του αρνιού, καλή ώρα».
Εκεί κάνει και την εμφάνισή του ένα ρημαδιασμένο αρνί στη σούβλα που δεν έχει ματαδεί η ανθρωπότης. Πριν συνέλθεις όμως, ορμάει το κουπλέ αδίστακτο και σε επαναφέρει στη σκληρή πραγματικότητα.
- «Τη λαμπάδα σου, μπέιμπι,
την εφτιάξαν στυλίστες.
Σχέδιο της νονάς σου
εμπνευσμένο απ' τις πίστες».
Δεν θα σταθώ στα τέσσερα άλφα του «λαμπάδα» έτσι όπως τεντώνονται βαριεστημένα και τεμπέλικα δίπλα στο ντελικάτο και ευέλικτο «μπέιμπι», αλλά στο κυρίως θέμα που είναι κατά λέξη: «Τελευταία τη ζωή μας την εφτιάξαν στυλίστες εμπνευσμένοι απ' τις πίστες».
Κι εδώ τελειώνει το αστείο. Ακούω από δίπλα τη Μαριέτα:
- «Εγώ δεν κοιτάω ποτέ το κιτς στην ούγια. Φοβάμαι μη γράφει τα όνομά μου».