Η χειρότερη οικογένεια είναι καλύτερη από το καλύτερο ίδρυμα, θα σου πουν οι παιδοψυχολόγοι. Κάποτε το είχα γράψει κι εγώ, τώρα πια δεν το πιστεύω. Υπάρχουν γονείς που είναι ανίκανοι να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Ναι, μη μας τρομάζουν οι λέξεις. Εκείνος είναι αλκοολικός και η γυναίκα του δεν μπορεί να ελέγξει τα νεύρα της. Χτυπούσε τα παιδιά και μετά έκλαιγε. Πείτε μου εσείς, πώς θα μεγάλωναν αυτά τα παιδιά. Ποιο βράδυ θα ένιωθαν ασφάλεια και ποιο πρωινό θα χαμογελούσαν; Βρέθηκε λοιπόν η Στέγη της Εταιρείας Προστασίας Ανηλίκων Αθηνών. Ενα άλλο παιδί ήρθε με εισαγγελική παραγγελία. Γονείς τοξικομανείς. Ή γονείς φυλακισμένοι. Δύο άλλα αδέλφια τα βρήκε η Αστυνομία κουρνιασμένα σε ένα παγκάκι. Αλλα τα έφεραν οι ίδιοι οι γονείς τους. «Δεν έχουμε φράγκο». Τι σημασία έχει αν λένε αλήθεια ή ψέματα; Ποιος θα τους υποχρεώσει να κρατήσουν τα παιδιά που δεν θέλουν; Και μετά, είναι τα παιδιά χωρίς πατέρα. Γυναίκες, ξένες κυρίως, που μόλις χάνουν τον άντρα θέλουν να δώσουν και το παιδί. Κυριακή απόγευμα έφτασα στον Περισσό και τα περισσότερα παιδιά ήταν στα μπαλκόνια. Μάζευαν ήλιο παρατηρώντας την πόλη από ψηλά. Κάποια πιτσιρίκια έπαιζαν πόλεμο. «Αν μου ρίξετε την μπουγάδα θα σας σκοτώσω», τα είχε απειλήσει η κυρία Νικολέτα, η καθαρίστρια – απλήρωτη εδώ και μήνες. Οι μεγαλύτεροι παρφουμαρίζονταν και έφευγαν χαμογελαστοί. «Στις δέκα και μισή η πόρτα κλείνει», τους επαναλάμβανε ο Ηλίας, ο σωφρονιστικός υπάλληλος. Το βράδυ θα αναλάμβανε η Γιώτα, που παλιά δούλευε στις φυλακές του Ελαιώνα Θηβών. Η κυρία Αθηνά, η μαγείρισσα – και αυτή απλήρωτη –, τους είχε φτιάξει παστίτσιο για το βράδυ. Μια μικρή κυψέλη, δηλαδή, που συνεχίζει να παράγει παρά τα κουρέματα και τις περικοπές.


Οδυσσέας 19 ετών

Τον βρήκα να κάνει φιγούρες με την μπάλα. Μεγάλος μπαλαδόρος αλλά έκανε και πάσες. Πριν από λίγα χρόνια όμως ήταν αγρίμι. Στη Στέγη τον έφερε η Αστυνομία, οι γονείς του απελάθηκαν στην Αλβανία. Πώς και τι, δεν συζητήσαμε. Αλλωστε ο Οδυσσέας μιλάει μόνο ελληνικά και ορκίζεται ότι εδώ έχει γεννηθεί, αν και δεν έχει κάποιο χαρτί να το αποδεικνύει. 


Οδυσσέας… Αυτός που περιπλανιέται, δηλαδή;
«Ναι, όπως το πάρει κανείς...»

Ποιος σου έδωσε το όνομα;
«Είναι απ’ τον παππού μου».

Ο παππούς πού ζει;
«Στα Τίρανα».

Πόσα χρόνια είσαι εδώ;

«Εξι».

Με τους γονείς έχεις επαφή τώρα;
«Μιλάμε καμιά φορά στο τηλέφωνο…»

Σου λείπουν; 
«Εντάξει, τώρα έχω συνηθίσει, έχω γίνει πιο δυνατός και μπορώ και μόνος μου».

Σ’ ένα κορίτσι τι λες; 
«Αναλόγως. Δεν θα του πω όλη μου τη ζωή μόλις το γνωρίσω. Πρέπει να περάσει λίγος καιρός, να το εμπιστευτώ και εντάξει, τα συζητάω, δεν ντρέπομαι για τη ζωή μου. Δεν βοηθάει όμως να λες τα προβλήματά σου δεξιά κι αριστερά». 

Τελικά τι πιστεύεις, ήσουν άτυχος ή τυχερός; 
«Εγώ πιστεύω ότι καλύτερα που ήρθα εδώ, γιατί έτσι έμαθα να στέκομαι μόνος μου στα πόδια μου».

Τι θα είχε γίνει αν δεν είχες έρθει εδώ; 

«Θα ήμουν με τους γονείς μου, θα είχαμε τα ίδια προβλήματα και θα γινόντουσαν και χειρότερα, γιατί όσο μεγαλώνεις είναι και χειρότερα. Θα υπήρχαν πιο πολλοί τσακωμοί στο σπίτι...»

Είχαν πολλές συγκρούσεις οι γονείς σου;
«Αρκετές συγκρούσεις, καθημερινά».

Και την πλήρωνες εσύ;

«Εντάξει, όχι τόσο εγώ, αλλά η αδελφή μου, η μητέρα μου. Εγώ λίγες φορές».

Επινε ο πατέρας;
«Ναι, τα κλασικά». 

Και τι σχέδια έχεις τώρα;
«Θα τελειώσω βοηθός οδοντοτεχνίτη στη Φιλαδέλφεια, είμαι δεύτερο έτος, θα δουλέψω και θα νοικιάσω ένα σπίτι, να μείνω με την αδελφή μου».

Πού ζει η αδελφή σου;

«Ζούσε κι αυτή σε ένα ίδρυμα και τώρα τελευταία έχει φύγει και φιλοξενείται σε ένα σπίτι όπου προσέχει ένα μωρό».

Τι λες στους πιτσιρικάδες;
«Εντάξει, προσπαθώ να τους συμβουλέψω, δεν θέλω ούτε να τους βρίσω ούτε βέβαια να τους δείρω. Και άμα τους μαλώνουμε καμιά φορά είναι για το καλό τους. Σαν μικρότερους αδελφούς τους έχουμε». 

Ολα τα παιδιά εδώ έχουν και μια δύσκολη ιστορία… 
«Ναι, άλλος χειρότερη, άλλος... εντάξει. Αλλά προσπαθούμε να τις ξεχάσουμε. Προτιμάμε να γελάμε». 

Δεν σκέφτηκες ποτέ να φύγεις, να γυρίσεις στην Αλβανία;

«Οχι βέβαια. Για κανέναν λόγο. Εγώ εδώ έχω γεννηθεί, απλώς τα χαρτιά λένε άλλα, γιατί οι γονείς μου δεν με δήλωσαν όταν γεννήθηκα. Εχω χάσει την ιθαγένειά μου, με λίγα λόγια. Αλλά εδώ έχω γεννηθεί. Ομως δεν υπάρχει κάποια απόδειξη γι’ αυτό». 

Και τι θα κάνεις;

«Θα ανανεώνω την παραμονή μου. Αφού έγιναν έτσι τα πράγματα δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο. Αλλά δηλώνω Ελληνας, αυτή είναι η μόνη γλώσσα που ξέρω. Μπορεί να λένε άλλα τα χαρτιά, αλλά εγώ αισθάνομαι Ελληνας».

Τις περιπέτειες του Οδυσσέα τις έχεις μελετήσει καθόλου;

«Τις έχω μάθει στο σχολείο».

Η δική σου Ιθάκη;

«Να ζήσω στην Ελλάδα». 


Χρήστος, 14 ετών

Δεν ήθελε να μιλήσουμε. Περίμενε τη μητέρα του που θα ερχόταν να τον δει. Η Αννα, που παντρεύτηκε στα 13 της, έκανε τρία παιδιά, για να μπλέξει στη συνέχεια με τα ναρκωτικά και να καταλήξει μαζί με τον άντρα της στη φυλακή. Τα δύο αγόρια της μεγαλώνουν από τότε στη Στέγη και το κοριτσάκι της στο Χατζηκυριάκειο στον Πειραιά.


Εσύ είσαι που το έσκασες για να πας μόνος σου στην Αλεξανδρούπολη; 
«Ναι, φύγαμε. Εγώ, ο αδελφός μου κι ο Αμπντούλ, αλλά μας έπιασε η Αστυνομία στην Ομόνοια. Μας πήγαν στο τμήμα και μετά ήρθαν από το συμβούλιο η κυρία Τζέλη και η κυρία Πανταζή, η πρόεδρος. Μας μίλησαν και γυρίσαμε πάλι πίσω στη Στέγη».

Γιατί ήθελες να φύγεις;
«Ημουν καινούργιος τότε εδώ και δεν μου άρεσε. Δεν είχαμε πολλούς φίλους. Φοβόμασταν ότι δεν θα βλέπαμε ποτέ ξανά τη μάνα μας. Θέλαμε να πάμε να τη βρούμε στο σπίτι μας, στην Αλεξανδρούπολη. Ο Αμπντούλ ήρθε απλώς μαζί μας, για παρέα». 

Πόσων χρόνων ήσουνα;
«Τότε ήμουν δέκα». 

Μαζί με τον αδελφό σου ήρθες εδώ;
«Ναι. Στην αρχή μας πήγαν στο Παίδων. Επειτα από κάποιους μήνες εμένα και τον αδελφό μου μας έφεραν εδώ και την αδελφή μου την πήγαν στον Πειραιά, στο Χατζηκυριάκειο». 

Τι σκεφτόσασταν τότε;

«Οτι οι γονείς μας μας παράτησαν και ότι δεν θα τους ξαναδούμε ποτέ. Αλλά δεν ήταν έτσι. Μετά έμαθα ότι η μάνα μου ήταν φυλακή. Μόλις βγήκε, μας έψαξε και στο μας βρήκε». 

Τώρα βλέπω να έχεις πολλούς φίλους εδώ.

«Ναι, πολλούς φίλους, και στη Στέγη και στο σχολείο. Στην αρχή όμως δεν ήξερα κανέναν, σαν να έμεινα μόνος μου στον κόσμο. Δεν ήξερα καν ένα τηλέφωνο, να πάρω τη γιαγιά μου». 

Πού ζούσες πριν έρθεις εδώ;
«Στα λυόμενα. Οι γονείς μου όμως άρχισαν να κάνουν ναρκωτικά και δεν μπορούσαν να μας κοιτάξουν. Και οι γείτονες κάλεσαν την Πρόνοια που ήρθε και μας πήρε». 

Τώρα πια δεν θες να το σκάσεις; 

«Τώρα, ή εδώ ή στο σπίτι μου το ίδιο είναι».

Αν μπορούσες να επιλέξεις;

«Θα επέλεγα το σπίτι μου γιατί θα ήμουνα κοντά στην οικογένειά μου, κοντά στα ξαδέλφια μου».

Ακόμη κι αν εκεί έχει περισσότερη φτώχεια;

«Ναι, το προτιμώ. Αν και δεν έχω κανένα παράπονο από τη Στέγη. Παίρνουμε χαρτζιλίκι, τρώμε ωραίο φαγητό, πηγαίνουμε σχολείο, βγαίνουμε βόλτες. Σαν το σπίτι μας είναι».

Αρα τι λείπει, δηλαδή;

«Αλλά λείπει η μαμά. Αλλά εντάξει, ούτε αυτό με πειράζει πια, έχω συνηθίσει έπειτα από τέσσερα χρόνια». 

Τι θα κάνεις; 

«Στην αρχή ήθελα να γίνω δικηγόρος, μετά αστυνομικός, ε, τώρα, τελικά, αποφάσισα ότι θέλω να γίνω προγραμματιστής». 

Κανένα βιβλίο ανοίγεις;
«Διαβάζω, αλλά με δυσκολεύουν λίγο τα δευτερεύοντα μαθήματα. Η Γεωγραφία, τα Αγγλικά... δεν με δυσκολεύουν, απλά θέλουν διάβασμα. Και τώρα τελευταία βαριέμαι πάρα πολύ να διαβάζω».  

Ερχονται εθελοντές εδώ και σας διαβάζουν;

«Κάθε μέρα. Με τη δασκάλα, που είναι φιλόλογος, διαβάζουμε τα φιλολογικά. Κάποιοι δάσκαλοι διαβάζουν όλα τα μαθήματα και κάποιοι μόνο τα Μαθηματικά. Μπορεί να είναι οι δάσκαλοι του σχολείου μας, μπορεί να είναι και από άλλα σχολεία».

Γενικά ο κόσμος εδώ βοηθάει τη Στέγη;
«Μας δίνουν τρόφιμα γιατί τα λεφτά που δίνει το κράτος είναι λίγα και είναι για το ρεύμα, για το νερό... Αλλά μας βοηθάει εδώ η περιοχή, μας βοηθάει ο δήμαρχος, μας δίνουνε χαρτζιλίκι κάθε βδομάδα».

Πόσο χαρτζιλίκι παίρνεις εσύ, δηλαδή;

«Εγώ πάω γυμνάσιο και παίρνω 12 ευρώ. Συνήθως τα κρατάω για το Σαββατοκύριακο που βγαίνω βόλτα με τους φίλους μου. Βάζω κάρτα, τρώω, κάνω διάφορα». 

Τα παιδιά του δημοτικού πόσα παίρνουν;

«Το δημοτικό παίρνει 8 ευρώ την εβδομάδα, αλλά πιο παλιά το γυμνάσιο και το λύκειο θυμάμαι έπαιρναν 18 ευρώ».

Κοπέλα έχεις;

«Ναι». 

Να μην πούμε το όνομά της;
«Οχι, όχι».

Της έχεις πει για τη ζωή σου;
«Ναι. Δεν έχω κανένα πρόβλημα. Πέρασα πολλές εμπειρίες εγώ». 

Μεγάλωσες απότομα;

«Με τόσο πολλά που είδα στη ζωή μου μεγάλωσα απότομα». 

Αυτό είναι και καλό και κακό. Η εμπειρία μπορεί να σε βοηθήσει να μην κάνεις λάθη. 
«Στο μέλλον, ναι. Αλλά από την άλλη δεν μπορώ να συνεννοηθώ με τα παιδιά της ηλικίας μου. Δηλαδή εγώ είμαι δεκατέσσερα, πρέπει να κάνω παρέα με δεκαεξάχρονους... εκεί». 

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από