Ο Τέτζου Κόλε μεγάλωσε στη Νιγηρία και από το 1992 κατοικεί στο Μπρούκλιν. Πριν από έναν χρόνο παρέδωσε το καλύτερο ίσως πορτρέτο της Νέας Υόρκης –ένα οδοιπορικό στην ακατάπαυστη ημέρα της και την υποσχόμενη νύχτα της. Εως σήμερα η «Ανοιχτή πόλη» των διαφορετικών εθνικοτήτων και φυλών βρίσκει τον δρόμο της προς τα βραβεία και τις στήλες κριτικής των σημαντικότερων επιθεωρήσεων.
Ο Κόλε ανακάλυψε τη φωνή του ως ίσος μεταξύ ίσων πολιτών. Συγκίνησε τους Νεοϋορκέζους επειδή περπάτησε και έδειξε την πόλη τους μέσα από τα δικά του μάτια. «Το νησάκι Ελις», γράφει, «υπήρξε σύμβολο περισσότερο για τους ευρωπαίους μετανάστες. Οι μαύροι, “εμείς οι μαύροι”, βρίσκαμε πάντα πιο άγριες εισόδους για το λιμάνι». Η προσωπική του χαρτογράφηση για τις άγνωστες λεπτομέρειες της μητρόπολης υπενθύμισε σε πολλούς την καταγωγή της δημοκρατίας τους. Την εκδοχή εκείνης της κοινωνίας που βασίζεται στην καλοσύνη και, κυρίως, στη «γειτνίαση των ξένων», σύμφωνα με την υπέροχη φράση του Λεβινάς. Σε έναν από τους πιο αληθινούς διαλόγους του, ο Κόλε χαρακτηρίζει χασάπη τον Σαντάμ Χουσεΐν και ο φίλος του Φαρούκ τον υπερασπίζεται σαν «έναν από τους πιο μετριοπαθείς δεσπότες της Μέσης Ανατολής».
Εάν ο Κόλε ζούσε στην Ελλάδα, δεν θα είχε την ίδια τύχη, παρ’ όλο που θα είχε μιλήσει την ιθαγένειά του πολύ πριν την αποκτήσει. Θα ήταν μετέωρος μεταξύ δικαστικών αποφάσεων, αναθεωρήσεων και πολιτικών σκοπιμοτήτων. Θα βρισκόταν σ’ έναν υποφωτισμένο διάδρομο αναμονής μέχρι να αποφασίσει πώς θα τον χαρακτηρίσει το απέναντι γραφείο. Ενας εξόριστος εντός της ελληνικής επικράτειας. Σαν το ανελέητο πλάνο του Αγγελόπουλου, με τον Κατράκη και την Ντόρα Βολανάκη πάνω στην ακυβέρνητη σχεδία.
Σχόλια







