Αμείωτη, παρά το αναμενόμενο, εμφανίζεται η ελληνική πεζογραφική παραγωγή, αν και δεν έχουμε ξεκάθαρη εικόνα για το πόσο αυτό ανταποκρίνεται στη ζήτηση του κοινού (ας όψεται η κρυψίνοια των εκδοτών). Πολλοί συγγραφείς μας μάλιστα δημοσιεύουν ολοένα συχνότερα, σε ιλιγγιώδεις πια ρυθμούς, χωρίς να διακρίνεται στα βιβλία τους κάποιος αποχρών λόγος γι’ αυτό, αν η αγωνία της λογοτεχνικής αναζήτησης εξακολουθεί να είναι αποχρών λόγος. Μάλλον άλλου είδους αγωνία τούς κινεί. Η κατά Μάγια συντέλεια του κόσμου μπορεί να μη συνέβη, αλλά σ’ εμάς η Κρίση φροντίζει για τη διατήρηση ενός κλίματος επικείμενου τέλους, όπου φαίνεται πως βρίσκει ειδική εφαρμογή η λαϊκή ρήση «ό,τι φάμε, ό,τι

π(ι)ούμε…».

Παρ’ όλα αυτά, η χρονιά που πέρασε υπήρξε πιο ενδιαφέρουσα από τις προηγούμενες, προπαντός σε ό,τι αφορά τη μεγάλη φόρμα (μυθιστόρημα, νουβέλα κ.λπ.). Ανάμεσα στο πλήθος των ασήμαντων ή αδιάφορα «καλών» βιβλίων ήταν περισσότερα από άλλες φορές εκείνα που πρόδιναν ειλικρινείς, σοβαρούς, ακόμα και καινούργιους προβληματισμούς, ανεξάρτητα από το βάθος της σύλληψης ή τον βαθμό της λογοτεχνικής ολοκλήρωσής τους. Μερικά από αυτά νομίζω πως είναι ορόσημα, αν όχι στην πορεία της πεζογραφίας μας, τουλάχιστον στην πορεία των συγγραφέων τους.

Το ερώτημα που αυθόρμητα έρχεται πρώτο στα χείλη ενός εξωτερικού παρατηρητή είναι πώς επεξεργάζεται η λογοτεχνία μας το εκρηκτικό θέμα της Κρίσης. Η απάντηση είναι ότι σε γενικές γραμμές δεν το επεξεργάζεται ή, αν το κάνει, αυτό δεν έχει ακόμα φανεί. Οι αντιδράσεις της κυμαίνονται συνήθως ανάμεσα στο χονδροειδές όσο και αφελές κήρυγμα (Γιάννης Μακριδάκης «Το ζουμί του πετεινού») και το ουσιαστικά τουριστικό βλέμμα ενός περιπατητή (Χρήστος Χρυσόπουλος «Φακός στο στόμα»). Είχαμε, όμως, το πρώτο δείγμα αληθινής αφομοίωσης του θέματος στον οργανισμό μιας ιστορίας με το συγκινητικό μυθιστόρημα του Θόδωρου Γρηγοριάδη «Το μυστικό της Ελλης», που υποδηλώνει και τη δυνατότητα ψυχικής αναγέννησης με (έμμεσο) καταλύτη την Κρίση.

Αρκετά μυθιστορήματα της προηγούμενης χρονιάς εστίασαν σε γεγονότα ή φάσεις της μεταπολεμικής Ιστορίας μας που, στην προοπτική του μύθου αυτών των βιβλίων, μοιάζουν να προαναγγέλλουν τη σημερινή κατάπτωση. Τα προσέγγισαν από πολιτική σκοπιά, όπως το εντυπωσιακό «Χαστουκόδεντρο» του Αρη Μαραγκόπουλου, από ηθική σκοπιά, όπως το (κάπως αμήχανο, είναι αλήθεια) «Χορεύουν οι ελέφαντες» της Σοφίας Νικολαΐδου ή το καλογραμμένο, αλλά ως θεματική ιδέα παρωχημένο «Ο κίτρινος στρατιώτης» του Ανδρέα Μήτσου, είτε πάλι παρακολουθώντας τη διαδρομή στον χρόνο μιας παρέας νέων, όπως το επιτηδευμένο και μάλλον πομπώδες «Τα παιδιά του Κάιν» του Νίκου Παναγιωτόπουλου ή το πιο πηγαίο κι αισθαντικό, μολονότι άνισο, «Μείνε για λίγο όταν θα έχουν φύγει όλοι» του νεότερού του Δημήτρη Οικονόμου. Η γενική αίσθηση είναι αυτή μιας νοσηρής πραγματικότητας στον τόπο μας, μια από τις πιο αποκρουστικές όψεις της οποίας προβάλλει μέσα από τη νουβέλα του Θανάση Σκρουμπέλου «Η ιστορία της Βέλβετ Παλμ», το πρώτο πεζογράφημα που τοποθετεί στο επίκεντρό του τη βίαιη εκπόρνευση κι εκμετάλλευση αλλοδαπών γυναικών στην Ελλάδα με τη συνενοχή ή την ανοχή μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας.

Μιλώντας για Ιστορία, έγινε αισθητή γι’ άλλη μια φορά η αδυναμία της πεζογραφίας μας να παραγάγει από τις ιστορικές περιπέτειες της Ελλάδας έναν μύθο που να υπερβαίνει την πραγματολογική αφορμή του. Ο Σπύρος Γόγολος με το «Στην καρδιά της αυτοκρατορίας» και ο Βασίλης Τσιράκης με το «Σελανίκ» επιχείρησαν αξιέπαινα, κυρίως ο πρώτος, να φωτίσουν την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων με περισσότερες αποχρώσεις απ’ όσες θέλουν τα εθνικά στερεότυπά μας, αλλά τελικά δεν πέτυχαν πολύ περισσότερα από το να παραθέσουν, απλώς, πληροφοριακό ιστορικό υλικό χυμένο σε ισχνές ιστορίες με σχηματικούς χαρακτήρες. Κάτι παρόμοιο έκανε ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος με τα Δεκεμβριανά του 1944 στο «Η πιο κρυφή πληγή», όπου η ερωτική ιστορία του μύθου δεν δένει με το ιστορικό γεγονός. Σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση, ο Θανάσης Βαλτινός συγκέρασε ιστορική και ιδιωτική μνήμη στον υποβλητικό «Ανάπλου» του (αν κι έχω την εντύπωση ότι τέτοιου τύπου αναπαραστάσεις των δεκαετιών του 1940 και του 1950 έχουμε διαβάσει επανειλημμένα στην πεζογραφία μας, έστω λιγότερο περίτεχνες).

Υπήρξαν βιβλία που διαβάζονταν ευχάριστα χάρη στην ευφάνταστη πλοκή τους (Χρήστος Χωμενίδης «Ο κόσμος στα μέτρα του») ή την αναρχίζουσα ευφυολογία τους (Αύγουστος Κορτώ «Ο άνθρωπος που έτρωγε πολλά»), αλλά έμοιαζαν να προέρχονται από μια προηγούμενη φάση της λογοτεχνίας μας. Υπήρξαν και καθαρές αποτυχίες συγγραφέων που είχαν δώσει πολύ αξιόλογα έργα στο παρελθόν, αλλά υποψιάζομαι ότι έχουν εξαντλήσει τις πηγές της έμπνευσής τους (Δημήτρης Μίγγας «Πλωτά νησιά») ή, με περισσότερη σιγουριά, ότι επιχείρησαν να υβριδοποιήσουν με αρκετά αβανταδόρικη πρόθεση ανόμοια θέματα (Τηλέμαχος Κώτσιας «Ο χορός της νύφης», Νίκη Αναστασέα «Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι»). Η αναρχική γραφή του Σάκη Σερέφα, δραστική σε άλλα κείμενά του, οδηγήθηκε σε αδιέξοδο μπροστά στην υπόθεση Παγκρατίδη, του υποτιθέμενου Δράκου του Σέιχ Σου («Ο Θεός αυτοπροσώπως»).

Φιλόδοξο και, τουλάχιστον για τα ελληνικά δεδομένα, πρωτότυπο το «Ισλα Μπόα» του Χρήστου Αστερίου, γύρω από την καταστροφική εξέλιξη ενός τηλεπαιχνιδιού με προσομοίωση της ζωής ναυαγών σ’ ένα ερημονήσι, ήταν ένα από τα λίγα ελληνικά μυθιστορήματα με θέμα οικουμενικής εμβέλειας. Ατυχώς, ο συγγραφέας παρασύρθηκε από τα εξωτερικά στοιχεία της ιστορίας του, ενώ και η τεχνική που χρησιμοποίησε ήταν προβληματική. Ιδιαίτερο, με διαφορετικό τρόπο, και λογοτεχνικά πιο αρτιωμένο, το απολαυστικό «Ο αναγνώστης του Σαββατοκύριακου» του Δημήτρη Φύσσα στηρίχτηκε σ’ ένα έξυπνο μυθοπλαστικό εύρημα για ν’ αναπτύξει ενδιαφέρουσες σκέψεις γύρω από τον ρόλο της λογοτεχνίας και τη σημασία της στη ζωή των ανέκαθεν, όψιμων ή υποψήφιων, φιλαναγνωστών. Το μικρό αυτό μυθιστόρημα δείχνει ήδη προς την υπέρβαση του ίδιου του μυθιστορήματος, όπως το γνωρίζουμε ως είδος, μέσα από τη συγχώνευσή του με το δοκίμιο ή και με άλλα είδη.

Αυτή η τάση αναγγέλλεται και από δύο άλλα ξεχωριστά βιβλία της περασμένης χρονιάς. Το «Εκ Πειραιώς» του Διονύση Χαριτόπουλου, το οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει μυθιστόρημα, εξερευνά τον Πειραιά των δεκαετιών του 1950 και 1960 μέσα από την περιπλάνηση του νεαρού, τότε, συγγραφέα από τη μια ώς την άλλη άκρη του, αναμιγνύοντας απομνημόνευμα, πολιτισμική γεωγραφία και πολιτισμική ανθρωπολογία. Ενώ στο «Τελευταίο Τέταρτο» ο Τάκης Θεοδωρόπουλος αφηγείται την εμπλοκή του στο περιοδικό «Τέταρτο» του Μάνου Χατζιδάκι, στα μέσα της δεκαετίας του 1980, κάνοντας από τη μια δοκιμιακές παρατηρήσεις για τη βιωματική σχέση του με την τέχνη, από την άλλη τσουχτερά σχόλια για το πολιτισμικό και πολιτικό κλίμα της εποχής, με γέφυρες προς το σήμερα.

Μυθοπλασία, αυτοβιογραφία ή απομνημόνευμα, δοκίμιο, πολιτισμική γεωγραφία ή ανθρωπολογία, πολιτισμική κριτική στο ίδιο βιβλίο, στην ίδια φόρμα: να μια συναρπαστική προοπτική για την πεζογραφία μας!