Μπορούμε όμως να κάνουμε μιαν εξαίρεση όσο αφορά την Κική Δημουλά και όχι μέσα στο κείμενο της συνέντευξης αυτό καθαυτό, αλλά εδώ στον πρόλογο. Προκειμένου να μην πάει «χαμένο» κάτι που ο καθένας θα ήθελε να διαβάσει. Δεν μας πάει να ακούμε τέτοιου είδους αποστροφές και να αφήνουμε να τις καταπίνει ο Καιάδας, πολύ περισσότερο όταν προσφέρουν και ένα «κλειδί» γιατί διαβάζεται τόσο πολύ η ποίηση της Δημουλά. Μπορεί λοιπόν η συζήτηση της δημιουργού της συλλογής «Το τελευταίο σώμα μου» να γίνεται με την ενδοκρινολόγο καθηγήτρια Εύη Διαμάντη-Κανδαράκη, αλλά για τον σύζυγό της, τον οφθαλμίατρο Αρτέμη Κανδαράκη, θα πει η κ. Δημουλά: «Είναι ο μόνος άντρας που προσφέρεται να με κοιτάζει στα μάτια επί χρόνια χωρίς να πλήττει, όπως το συνηθίζει ο άλλος κομπογιαννίτης οφθαλμίατρος, ο έρωτας, αφού προηγουμένως σε... τυφλώσει. Του οφείλω ακόμη ότι δεν κουράρει μόνο τα ρηχά των ματιών μου, αλλά έχει τη γενναιότητα να καταδύεται και στον βυθό τους και να χειρουργεί παρηγορητικά τα βαριά ναυάγια της νεότητας»

Θανάσης Νιάρχος: Η αρρώστια που έχει να κάνει με την ειδικότητά σας μπορεί να προκαλέσει τον θάνατο;

Εύη Διαμάντη - Κανδαράκη: Η ενδοκρινολογία περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα ασθενειών, που η καθυστερημένη διάγνωσή τους μπορεί να προκαλέσει τον θάνατο - όπως σε όλες τις ειδικότητες της ιατρικής. Η συχνότερη ενδοκρινοπάθεια, που θέτει σε κίνδυνο το μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών, είναι οι παθήσεις του θυρεοειδούς. Η ακόμη μάλιστα συχνότερη είναι ο διαβήτης. Υπάρχουν χαρακτηριστικά περιστατικά παιδιών και νέων ιδιαίτερα ανθρώπων, που έχουν κινδυνεύσει εξαιτίας του αρρύθμιστου σακχαρώδους διαβήτη καθώς μπορεί να παραμείνει πολλούς μήνες αδιάγνωστος, με αποτέλεσμα όταν έρθει ο άρρωστος στο νοσοκομείο να έχει περιέλθει σε διαβητικό κώμα. Αλλα, σπανιότερα, νοσήματα είναι η ανεπάρκεια των επινεφριδίων και η έλλειψη κορτιζόνης, που είναι η ορμόνη της ζωής. Χωρίς κορτιζόνη δεν ζούμε. Το ιδιαίτερο όμως στοιχείο της ενδοκρινολογίας είναι ότι πρόκειται για τη μόνη ειδικότητα που δίνει στον ανθρώπινο οργανισμό αυτό ακριβώς που του λείπει. Αν μάλιστα το δώσει στη σωστή στιγμή και στη σωστή δόση δεν αποκαθιστά μόνο την ισορροπία, επιτυγχάνει και την ίαση.
Θ.Ν.: Κυρία Δημουλά, είναι γνωστό ότι στη μακρόχρονη ζωή σας έχετε κινδυνεύσει ή μάλλον εξακολουθείτε να κινδυνεύετε, όπως η ίδια λέτε, εξαιτίας των πνευμόνων σας λόγω του ακατάπαυστου καπνίσματος και εξαιτίας της καρδιάς σας. Τι άλλο σας συμβαίνει ώστε για είκοσι χρόνια έχετε θεράποντα γιατρό μιαν ενδοκρινολόγο;

Κική Δημουλά: Εκανα κάποια στιγμή μια εξέταση αίματος και είδαν ότι κάτι τρέχει με αυτό το μυστηριώδες πράγμα που λέγεται θυρεοειδής αδένας. Τότε η πεζογράφος Ελένη Λαδιά και η εκδότρια Μάνια Καραϊτίδη μου μιλήσανε για την κ. Κανδαράκη.

Θ.Ν.: Ειδικεύεται στους συγγραφείς η κ. Κανδαράκη;
Κ.Δ.: Δεν ειδικεύεται στους συγγραφείς, συνάντησα όμως αυτό που αξιώνω σε σχέση με όλους τους γιατρούς: την εγκαρδιότητα όχι μόνο για τους γνωστούς, αλλά και για οποιονδήποτε ασθενή που δεν είναι «επώνυμος». Ξέρετε τι σημαίνει αγριάδα; Την πρώτη φορά, εδώ και είκοσι πέντε χρόνια, που πήγα στον πνευμονολόγο τον Μελισσινό (ήμουν άσημη ακόμη, ή μάλλον ελαφρώς γνωστή), είδα έναν γιατρό τόσο μουτρωμένο που τρόμαξα. Είχε έναν κουμπάρο ο Μελισσινός που έτυχε να τον γνωρίζω (φαίνεται ότι και η εγκαρδιότητα χρειάζεται «μέσον»), τον έπιασα και τον παρακάλεσα να μεσολαβήσει. Του το μετέφερε και στην επόμενη επίσκεψη ο Μελισσινός μού χαμογελούσε. Τώρα είναι πια τόση η οικειότης που κινδυνεύουμε να παύσουμε να είμαστε ασθενής και γιατρός. Από τη στιγμή που προσφωνείς έναν γιατρό στον ενικό, βάζεις λιγάκι σε κίνδυνο τη ζωή σου. Τώρα όσον αφορά τον θυρεοειδή αδένα, ήρθε κάποια στιγμή που η ίδια η κ. Κανδαράκη, ενώ ήταν κατά της εγχειρήσεως, μου είπε ότι «πρέπει να τον βγάλεις». Με χειρούργησε ο γιατρός ο Λινός, που κέντησε πραγματικά. Το ότι δεν άλλαξε πολύ η ζωή μου με το που τον έχασα, δεν άλλαξε. Υπέστην μόνο αυτή την αλλαγή που φέρνει ο χρόνος ενώ περνάει. Κατά τα άλλα, ζω με αυτό που λένε ότι αντικαθιστά την έλλειψη, αν και δεν πιστεύω πως κάτι που χάνεται αντικαθίσταται με κάτι άλλο. Εγώ ήθελα τον θυρεοειδή μου αδένα. Τώρα παίρνω ένα χαπάκι κάθε πρωί, τα ξημερώματα. Είναι όμως ένας εφιάλτης, γιατί ξεχνάω αν το πήρα ή δεν το πήρα.

Θ.Ν.: Κυρία Κανδαράκη, ένας κοινός μας φίλος, της κ. Δημουλά και δικός μου, που συμβαίνει να γνωρίζει πολλούς γιατρούς, αναρωτιέται πώς γίνεται οι τελευταίοι που είναι σε καθημερινή επαφή με το ανθρώπινο σώμα, το ανοίγουν, το κλείνουν, το ράβουν, το θεραπεύουν, να θαυμάζουν τους ποιητές και τους συγγραφείς, πού - τι κάνουν; - βάζουν τις λέξεις στη σειρά.

Ε.Δ.-Κ.: Το κοινό στοιχείο ανάμεσα στους γιατρούς και στους συγγραφείς είναι ότι αυτό που χρειάζεται ο ένας από τον άλλο μεταβάλλεται την ώρα που το χρειάζονται σε κάτι το απόλυτο. Οσο σημαντικό είναι αυτό που δίνουμε εμείς οι γιατροί στον άνθρωπο για τη ζωή του, άλλο τόσο απαραίτητο είναι για την ποιότητα της δικής μας ζωής αυτό που μας δίνουν οι συγγραφείς και οι ποιητές. Οταν ερχόμαστε σε επαφή με τους ποιητές, με τους δημιουργούς γενικότερα, νιώθουμε ένα δέος, προσπαθούμε να κρατήσουμε το μυαλό μας καθαρό και να προσηλωθούμε στο πρόβλημα της αρρώστιας. Νιώθεις να κρίνεσαι από έναν άνθρωπο που έχει ένα άλλο επίπεδο σκέψης. Αλλάζει η έννοια της επικοινωνίας, της ομοιοστασίας. Η ομοιοστασία είναι ιατρικός όρος, είναι η πεμπτουσία της επικοινωνίας. Η αρμονία της ενδοκρινολογίας συνίσταται ακριβώς σε αυτή την ισορροπία, το να διατηρηθεί η επικοινωνία ανάμεσα στα κύτταρα. Το ίδιο συμβαίνει στην επικοινωνία γιατρού και ασθενούς, μόνο που τώρα υπεισέρχεται ένας πολύ σημαντικός παράγοντας που είναι η προσωπικότητα του ανθρώπου που καταφεύγει σε εμάς για να τον θεραπεύσουμε.

Κ.Δ.: Πάνω σε αυτό το θέμα της προσέγγισης, ότι δηλαδή αλλάζει λόγω της προσωπικότητας του ασθενούς, θα τσινήσω λιγάκι, γιατί όπως ξέρετε είμαι λαϊκούρα. Προσωπικά νιώθω να έχω πλευρίσει τον κόσμο, δεν έχω πλευρίσει την ιδιαιτερότητα. Πλεύρισα την αδυναμία του κόσμου να αποκτήσει ακόμη και το πιο μικρό πράγμα που μπορεί να θέλει. Ολοι μας αυτό το πιο μικρό πράγμα αγωνιζόμαστε να αποκτήσουμε. Προσωπικά, όταν πηγαίνω στον γιατρό, δεν πηγαίνω ως δύο άτομα, δηλαδή ως αυτή που είμαι εγώ και ως η άλλη που είναι η ποιήτρια. Πάω στον γιατρό για να σώσω τη ζωή μου, όχι την ποίησή μου. Δεν με νοιάζει καθόλου η ποίησή μου, το ξέρετε πολύ καλά. Αν μου λέγατε να διαλέξω, τι θέλω δηλαδή, να ζήσω πέντε χρόνια παραπάνω ή να γράψω πέντε συλλογές λιγότερες, θα σας απαντούσα ασυζητητί πέντε συλλογές λιγότερες. Αν δεν υπάρχει ζωή, δεν υπάρχει ποίηση. Ο,τι γράφεται γίνεται μέσω του σώματος. Μέσω της αγωνίας και του σπαραγμού του σώματος για το ότι θα χαθεί. Οσον αφορά την ψυχή, δεν θέλω να προφέρω τη λέξη αυτή, γιατί μου είναι αδύνατον να σχολιάζω πράγματα που δεν έχω συναντήσει. Αυτό που ξέρω είναι ότι το σώμα μου υποφέρει, πάσχει και επιθυμεί. Αυτά τα τρία πράγματα.

Ε.Δ.-Κ.: Βέβαια μέσω του σώματος προσεγγίζουμε τα πάντα. Ο τρόπος όμως προσέγγισης εξαρτάται από την ψυχή. Τι είναι ψυχή; Η ιδιαιτερότητα του καθενός. Χωρίς αυτή την προσέγγιση, το σώμα, ακόμη και αν είναι εντελώς υγιές, δεν μπορεί ποτέ να νιώσει καλά. «Νιώθω», λέμε. Δεν είναι μόνο το πώς αισθάνεται το σώμα. Γιατί τότε πώς εξηγείται να είμαστε ακόμη και άρρωστοι, αλλά να λέμε ότι νιώθουμε καλύτερα. Αν σας έλεγα, κυρία Δημουλά, ότι «ξέρετε, δεν έχετε ένα σοβαρό πρόβλημα, πηγαίνετε», θα σας έφτανε; Το θέμα δεν είναι η ιατρική εξέταση που τελειώνει σε τρία, πέντε, δέκα λεπτά. Το θέμα είναι να αντιμετωπίσεις την ανησυχία και τον φόβο του ασθενούς, που καμιά φορά δεν έχει σχέση με το συγκεκριμένο νόσημα. Και η αντιμετώπιση της ανησυχίας και του φόβου είναι θέμα της ψυχής.

Κ.Δ.: Βέβαια έχει πολύ μεγάλη σημασία, γιατί τα πράγματα εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το πώς τα λέει κανείς. Προσωπικά όμως πιστεύω ότι το σώμα έχει τη δική του αντίληψη. Ισως η ψυχή να είναι αυτή που προκαλεί τη δόνηση, τον σεισμό του σώματος, αλλά δεν ξέρω με βεβαιότητα τη δουλειά που κάνει. Δεν ξέρω αν είναι αυτή που ανάβει τα καντήλια σε ό,τι πεθαίνει. Μια καντηλανάφτισσα ενδεχομένως. Αλλά αν δεν υποστεί κραδασμό το σώμα, αν δεν κατακλυστεί από μια ειδική αγωνία, ακόμη και αν υπάρχει ψυχή δεν παίρνει είδηση για το τι γίνεται.

Θ.Ν.: Τι θα λέγατε, κυρία Κανδαράκη, σε έναν σοβαρά ασθενή που έχει αξεπέραστο φόβο θανάτου;

Ε.Δ.-Κ.: Δύσκολη ερώτηση, αν και κάθε φορά είναι διαφορετική η απάντηση. Η πρώτη προσπάθεια είναι να απαλυνθεί ο φόβος χωρίς να πει κανείς ψέματα, αλλά χωρίς να πει και όλη την αλήθεια. Αν και οι ασθενείς ρωτάνε συνήθως «τι θα γίνει μετά», το θέμα είναι να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα την ώρα που μιλάμε. Οτι χρειάζεται να προχωρήσουν ο γιατρός με τον ασθενή βήμα βήμα. Γιατί στην πραγματικότητα ούτε ο γιατρός μπορεί να υπολογίσει ακριβώς το τι θα συμβεί και πότε θα συμβεί. Ο ασθενής όμως ρωτάει πάντα για το τι θα γίνει και πότε θα γίνει, ρωτάει δηλαδή «πόσο καιρό θα ζήσω ακόμα;».

Κ.Δ.: Προσωπικά πιστεύω ότι κάθε φόβος μπορεί να καταπολεμηθεί, κάθε φόβος μπορεί να αναβληθεί μόνο για λίγο. Ο φόβος του θανάτου δεν τα χάφτει αυτά. Ο φόβος του θανάτου είναι ακαταπολέμητος. Μόνον αν μου πεις ότι «δεν πρόκειται να πεθάνεις», τότε μπορεί να ησυχάσω για λίγο, για πάρα πολύ λίγο, για πέντε λεπτά.

Ε.Δ.-Κ.: Εμείς οι γιατροί δεν μπορούμε να εξαφανίσουμε αυτόν τον φόβο, μπορούμε όμως να τον ελαττώσουμε. Μόνο με τη δύναμη των λέξεων μπορείς να καθησυχάσεις κάποιον. Το πώς δηλαδή θα του πεις ό,τι έχεις να του πεις. Ο άρρωστος έχει τρομερό ένστικτο γιατί είναι σε κίνδυνο. Την ώρα που του μιλάς σε ζυγίζει σε πολλά επίπεδα προκειμένου να αξιολογήσει αν του λες την αλήθεια. Αυτό όμως που θα καταλάβει οπωσδήποτε, είναι αν πραγματικά ενδιαφέρεσαι για τον ίδιο. Μόλις νιώσει ότι ενδιαφέρεσαι, ακουμπάει αμέσως επάνω σου.

Θ.Ν.: Κυρία Δημουλά, πώς κοιμάται ένας άνθρωπος που φοβάται ότι θα πεθάνει;

Κ.Δ.: Ξεχνώντας τον φόβο του. Είναι κάτι το θαυμαστό αυτός που φοβάται πιο πολύ τον θάνατο να καταφέρνει να τον ξεχνάει. Αλλά, αν είναι απολύτως δικαιολογημένος ο φόβος στον άρρωστο, τι συμβαίνει με τους υγιέστατους που γίνονται ασθενείς χάρη στον φόβο του θανάτου; Αυτούς ούτε ο ψυχίατρος μπορεί να τους σώσει.

Ε.Δ.-Κ.: Είναι παράδοξο, αλλά αυτό που φαίνεται να βοηθά περισσότερο τους ασθενείς είναι όταν τους πει ο γιατρός ότι «αν αλλάξουμε τις θέσεις μας, κι εγώ τον ίδιο φόβο με εσάς θα νιώσω». Οσο και αν θέλει να αισθάνεται ο ασθενής σε σχέση με τον γιατρό ότι αυτός είναι ο ισχυρός (ποιος ισχυρός, ένα εργαλείο έχει μόνο, τη γνώση), θέλει να τον συμμεριστεί, να κάνει το πρόβλημά του δικό του πρόβλημα. Να νιώσει ότι θα του πάρει ο γιατρός τον θυρεοειδή και θα τον βάλει στον εαυτό του. Οι άρρωστοι ρωτάνε πάντα: «Γιατρέ, εσύ τι θα έκανες αν επρόκειτο για τη μητέρα σου ή το παιδί σου;». Με τον άρρωστο οφείλει ο γιατρός να σκέφτεται ότι είναι ο ίδιος που πρόκειται την επομένη να μπει στο χειρουργείο για τον θυρεοειδή του.

Κ.Δ.: Επειδή ο άνθρωπος είναι προϊόν ενός λάθους (κατά τη γνώμη μου βέβαια), όποια εγγύηση και αν του δίνεται μέσω του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης, πάντα αναρωτιέται για τον γιατρό: «Και αν κάνει λάθος είτε λέγοντάς μου ότι δεν κινδυνεύω είτε δίνοντάς μου λάθος θεραπεία;». Σε αυτή την περίπτωση μόνον ο άνθρωπος που αδιαφορεί για τη ζωή του την έχει καλά. Διαφορετικά, αν αγωνιά για το πώς θα υπάρξει και αν θα υπάρξει, παίρνει ένα παυσίπονο όση ώρα του μιλάει ο γιατρός, αλλά όταν ο γιατρός βγει από την πόρτα ο άρρωστος τραβάει τα μαλλιά του. Και κάνει τη διαθήκη του.

Ε.Δ.-Κ.: Βέβαια και πρόκειται για παυσίπονο, αλλά το καλύτερο παυσίπονο είναι όταν πει ο γιατρός στον ασθενή να του εμπιστευτεί ποια είναι η πρώτη κουβέντα που θα ξεστομίσει στον άνθρωπο που τον συνοδεύει, είτε είναι μάνα, είτε σύζυγος, είτε παιδί, μόλις βγουν από την πόρτα του γιατρού. Αν τους πει, δηλαδή «τώρα θα κάνω χειρουργείο, αλίμονό μου» ή «τώρα έχω καρκίνο, αλίμονό μου». Αν εκφράσει στον γιατρό τον φόβο του όπως θα τον εκφράσει στον συγγενή του, αυτό είναι κάτι πολύ σημαντικό. Πολλοί ασθενείς βέβαια σιωπούν, πολλοί επίσης δακρύζουν, και τότε είναι που ο γιατρός ανησυχεί. Αν όμως μιλήσουν για τον φόβο τους, τότε ο γιατρός έχει κερδίσει έναν κόκκο από την ψυχή τους. Το ιατρικό κομμάτι ο γιατρός το ξέρει. Αν ο ασθενής του δώσει αυτό το ψιχουλάκι, ίσως τότε το παυσίπονο διαρκέσει περισσότερο.

Κ.Δ.: Θα ήθελα να ρωτήσω κάτι: μέσα στο λειτούργημα που ασκούν οι γιατροί τούς περνάει καμιά φορά από το μυαλό η σκέψη ότι δεν τους συμφέρει να μην υπάρχουν άρρωστοι, γιατί δεν θα υπάρχουν και οι ίδιοι ως γιατροί; Τους περνάει καμιά φορά η σκέψη να μην πεθάνει ο άρρωστος με το ανίατο νόσημα ώστε να τον έχουνε για πολλά χρόνια; Οτι τους περνάει, τους περνάει, δεν χωράει αμφιβολία. Οταν πάω στον Μελισσινό και μου κάνει την αξονική και μου λέει «εντάξει, φιλενάδα», εγώ τότε στέκομαι στα πόδια μου, λέω μέσα μου τη γλίτωσα, και δεν λέω τη γλίτωσα γι' αυτή τη στιγμή, λέω πως τη γλίτωσα για πάντα. Εχουμε μεγάλη ευγνωμοσύνη στους γιατρούς. Εχουμε όμως οι άρρωστοι αναλογιστεί πως αν δεν υπήρχαμε, τότε τι θα κάνανε οι γιατροί ώστε να χρειάζεται να μας είναι και αυτοί ευγνώμονες; Ολα να τα βάλουμε στον λογαριασμό.

Θ.Ν.: Είναι σαν να λέμε ότι τα γραφεία τελετών θα έπρεπε να είναι ευτυχή αν δεν πέθαινε ο κόσμος.

Κ.Δ.: Θα κλείνανε. Μα δεν το έχουμε πει, «ο θάνατός σου η ζωή μου»; Αυτό δεν μπορεί να ανατραπεί με καμιά ηθική αξία.

Ε.Δ.-Κ.: Το μόνο που αντιρροπεί αυτό το αξίωμα είναι η βαθιά και απέραντη απογείωση του γιατρού όταν ο άρρωστος γίνεται καλά.

Κ.Δ.: Και εγώ όταν γράφω ένα στίχο, πετάω. Θεράπευσα ένα στίχο από την ανυπαρξία του.

Ε.Δ.-Κ.: Πολλές φορές λέω στους ασθενείς και γελάνε, ξορκισμένοι με τον απήγανο να είμαστε. Αλλά, αν μας χρειαστείτε, ελάτε να μας βρείτε.

Κ.Δ.: Δηλαδή, προτιμήστε μας.
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από