«Δυσκολεύτηκα να αποκόψω τον γιο μου από ένα παιδί που δεν το ενέκρινα. Αυτό που με ανησυχούσε περισσότερο ήταν η γοητεία που ασκούσε το συγκεκριμένο άτομο στο παιδί μου και αυτό είναι κάτι που δεν μπορείς να ελέγξεις».
Η κ. Αναστασία Κοκκινά είναι μητέρα ενός 17χρονου αγοριού. Αν και δεν έχει αντιμετωπίσει άμεσους κινδύνους, εν τούτοις η κ. Κοκκινά θυμάται έντονα την αντίδρασή της όταν δεν ενέκρινε την παρέα του γιου της με ένα συγκεκριμένο άτομο: «Πριν από λίγο καιρό το παιδί μου άρχισε να συναναστρέφεται ένα αγόρι το οποίο ήταν λίγο πιο μεγάλο στην ηλικία και είχε δικό του αυτοκίνητο. Αυτό σημαίνει ότι στις εξόδους του το Σαββατοκύριακο μετακινούνταν με το αμάξι του φίλου του. Η ανησυχία μου ήταν μεγάλη, αφού μέχρι εκείνη τη στιγμή χρησιμοποιούσε τα μέσα μαζικής μετα
ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΝ ΤΙΣ ΣΥΝΑΝΑΣΤΡΟΦΕΣ
Οι γονείς δυσκολεύονται να αντιληφθούν την ανάγκη του παιδιού να αυτονομηθεί και κατηγορούν τις συναναστροφές του
φοράς ή επέλεγαν με την παρέα του να πάνε κάπου κοντά στο σπίτι». Η κ. Κοκκινά ένιωσε ότι λόγω της νέας φιλίας του γιου της αδυνατούσε να ελέγξει το παιδί της. «Όταν υπάρχει η επιλογή του αυτοκινήτου, ο τρόπος διασκέδασης αλλάζει, αφού η απόσταση που μπορούν να διανύσουν με το αμάξι είναι μεγαλύτερη», εξηγεί η μητέρα. Ωστόσο, η λύση του προβλήματος ήταν απλή: «Μόνο όταν καταφύγαμε στον διάλογο και επιχειρηματολογήσαμε για τις αντιρρήσεις μας καταφέραμε να δούμε αποτελέσματα. Όσο βρισκόμασταν απέναντί του με απαγορεύσεις και δηλώναμε συνεχώς την αρνητική άποψη που είχαμε για την παρέα του, τα αποτελέσματα ήταν αντίθετα από αυτά που θέλαμε».
Το «κλειδί» για να αντιμετωπίσουν οι γονείς τα προβλήματα που προκύπτουν όταν αισθάνονται ότι τα παιδιά τους επηρεάζονται αρνητικά από τις παρέες τους- ιδιαίτερα στην εφηβεία- είναι ο διάλογος και μόνο, σύμφωνα με την κ. Ντόρα Μίνου, σύμβουλο Ψυχικής Υγείας- οικογενειακή σύμβουλο. «Πολλές φορές τα παιδιά μέσα από τους φίλους που επιλέγουν και που δεν εγκρίνουν οι γονείς βρίσκουν τον τρόπο να αντιδράσουν και να επαναστατήσουν απέναντι στους κανόνες της οικογένειας, του σχολείου και της κοινωνίας. Οι γονείς από την άλλη νιώθουν την απειλή ότι χάνουν τον έλεγχο του παιδιού τους. Ανησυχούν για τις επιρροές των φίλων στη γενι κότερη συμπεριφορά του παιδιού τους: στις αποδόσεις του στο σχολείο, στη σχέση του με την οικογένεια και το κοινωνικό σύνολο». Οι γονείς, σύμφωνα με την κ. Μίνου, δυσκολεύονται να αντιληφθούν την ανάγκη του παιδιού να αυτονομηθεί και βλέποντας συμπεριφορές που δεν εναρμονίζονται με τη γενικότερη οικογενειακή εικόνα ή και που είναι αντίθετες στις προσδοκίες τους, κατηγορούν τις συναναστροφές του παιδιών τους ως υπεύθυνες για τις αντιδράσεις του. «Είναι σημαντικό να καταλάβουν οι γονείς πως κανείς δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον δικό τους ρόλο- το παιδί παίρνει την ασφάλεια και την υποστήριξη κατ΄ εξοχήν από αυτούς. Βέβαια, εξαρτάται και από το πλαίσιο της οικογένειας, καθώς και από την επαφή που έχουν τα παιδιά με τους γονείς. Ο τρόπος που μεγαλώνει ένα παιδί είναι καταλυτικός στις επιλογές ακόμη και των φίλων του».
Στον διάλογο και την επικοινωνία έχει στηρίξει η κ. Τερέζα Εξάρχου, μητέρα έξι παιδιών, τη σχέση της με τα παιδιά της. Εκεί αποδίδει και το γεγονός ότι ήταν σχεδόν ανώδυνη η περίοδος της εφηβείας, τόσο για τα μεγαλύτερα παιδιά της όσο και για τα δύο μικρότερα που βρίσκονται τώρα στην ηλικία των 17 και των 14. Επισημαίνει ωστόσο: «Κατά την άποψή μου ίσως να επηρεάζει και το γεγονός ότι είναι κορίτσια. Ο 19χρονος γιος μου πρέπει να πω ότι ήταν περισσότερο απαιτητικός, χωρίς όμως να φθάνει σε ακρότητες ή να με κάνει να νιώθω ανασφάλεια».
Λάθος να συζητούν αρνητικά για τους φίλους του παιδιού
ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ θα πρέπει να αναρωτηθούν κατ΄ αρχάς τι είδους σχέση έχουν με τα παιδιά τους, υποστηρίζει η κ. Μαριέτα ΡήγαΠεπελάση, ψυχολόγος. «Αν είναι μια σχέση εμπιστοσύνης και αν έχουν καταφέρει να έχουν μια σχέση επικοινωνίας και ισοτιμίας. Είναι αναγκαίο οι γονείς να αναρωτηθούν γιατί το παιδί τους επέλεξε να είναι μέσα σε ομάδες τις οποίες αυτοί δεν εγκρίνουν. Κατά πόσο δηλαδή υπάρχουν κάποια κενά μέσα στην προσωπικότητά του».
Όπως υπογραμμίζει η κ. ΡήγαΠεπελάση, αν για παράδειγμα ένα παιδί είναι πολύ ντροπαλό, επιλέγει να κάνει παρέα με έναν φίλο που ρισκάρει περισσότερο. Ή αν είναι ένα παιδί κλειστό, μπορεί να ακολουθεί κάποιους φίλους οι οποίοι έχουν υψηλή κοινωνικότητα. Για τον λόγο αυτό, υποστηρίζει ότι «θα πρέπει να δουν γιατί το παιδί τους επιλέγει κάποια πρόσωπα τελείως διαφορετικά από αυτά που εκείνοι θα ήθελαν να πλάσουν».
Είναι λανθασμένη η τακτική των γονιών να συζητούν αρνητικά για τους φίλους του παιδιού, λέει η ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια. «Μπορούμε όμως να ασκήσουμε κριτική στη συμπεριφορά του. Αυτή η κριτική στα αυτιά και την ψυχή του παιδιού πρέπει να είναι καθαρή, άδολη και να έχει ένα ισχυρό πλαίσιο αξιών. Διαφορετικά το παιδί καταλαβαίνει ότι η κριτική που ασκείται στους φίλους του είναι τελείως υποκειμενική από την πλευρά των γονιών και δεν στηρίζεται σε κανένα πλαίσιο επικοινωνίας».
Η εμπιστοσύνη που δείχνει στα παιδιά της είναι ευεργετική για τη σχέση που έχει αναπτύξει η κ. Τερέζα Εξάρχου. Όπως υποστηρίζει: «Πάντα είχα ανοιχτή την πόρτα του σπιτιού μου για τις παρέες τους. Θεωρώ ότι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να ξέρεις πού πατάς και τι έχεις να αντιμετωπίσεις. Τους τονίζω πάντα ότι θα έχουν ένα ζεστό σπίτι και μια αγκαλιά από τους γονείς, ακόμη και αν παραστρατήσουν θα επιστρέψουν εκεί».







