Η σκηνή ήταν ταυτόχρονα παράταιρη, επίκαιρη αλλά και χαριτωμένη: καθώς περπατούσαμε στα περίχωρα της Παλιάς Πόλης της Ρόδου, μια νύφη και ένας γαμπρός φωτογραφίζονταν περιτριγυρισμένοι από φίλους και συγγενείς Παράταιρο ήταν το ζευγάρι των Κινέζων, από το τελευταίο κύμα τουριστών που έχει μετατρέψει το όμορφο νησί σε μεγάλο τουριστικό προορισμό τα τελευταία 50 χρόνια. Εν τω μεταξύ, παρά το ευλογημένο κλίμα της Ρόδου και το πλούσιο- και πληγωμένο από τις φετινές φωτιές- εσωτερικό, τα έθιμα του νησιού για μεγάλο διάστημα έτειναν προς εξαφάνιση.
Υπάρχει φως όμως. Μια έκδοση του κλασικού βιβλίου μαγειρικής της Ρόδου, γραμμένο από το Λύκειον των Ελληνίδων, επαναδημοσιεύτηκε πρόσφατα. Πολλά ξενοδοχεία έχουν προσθέσει παραδοσιακά φαγητά στα μενού των εστιατορίων τους και ορισμένα ακολουθούν το μοντέλο του Sani Resort, φέρνοντας σεφ υψηλής κουζίνας για να προσελκύσει πελατεία με βαθιές τσέπες. Η οινοβιομηχανία ήταν πάντοτε δυνατή και σήμερα είναι καλύτερη από ποτέήπιαμε ένα γευστικότατο ξηρό, αφρώδες κρασί παραγωγής Εmory. Τοπικά εστιατόρια όπως ο Μαυρίκος στη Λίνδο έχουν τοποθετήσει ψηλά τον πήχυ και για τα υπόλοιπα. Παρά λοιπόν την πληθώρα μαγαζιών γρήγορου- και κακού- φαγητού στις περισσότερες περιοχές που είναι γεμάτες από τουρίστες, υπάρχει ελπίδα στον ορίζοντα γι΄ αυτό που ήταν κάποτε ο «κολοσσός» της δωδεκανησιακής κουζίνας. Οι περισσότεροι ντόπιοι ήταν αγρότες πριν ανέβουν στο τρένο του τουρισμού, οπότε η κουζίνα αντικατοπτρίζει τους μακροχρόνιους δεσμούς του νησιού με τη γη, κάτι που είναι εύκολο να το δει κανείς μόλις βγει από τις τουριστικές περιοχές. Τα ίχνη του παρελθόντος μπορεί να προκαλέσουν έκπληξη. Για παράδειγμα, ένα από τα πιο ασυνήθιστα πιάτα σε όλη την Ελλάδα προέρχεται από τη Ρόδο: φύλλα κυκλάμινων τυλιγμένα με γέμιση από κιμά όπως οι ντολμάδες. Είναι ένα πιάτο που δεν εμφανίζεται πια στις σύγχρονες γενιές, αλλά καταγράφεται στα τοπικά βιβλία μαγειρικής. Το νησί ήταν επίσης πολύ γνωστό για τα βερίκοκά του, τα καΐσια, που συνήθως γίνονταν φρουτοπολτός. Υπάρχει μια μακρά και συναρπαστική παράδοση για το ψωμί και ζυμαρικά. Το μάτσι είναι το τοπικό χειροποίητο ζυμαρικό, αν και δεν είναι εύκολο να το βρούμε στις μέρες μας. Πιάτα που συνδυάζουν ζυμαρικά με φασόλια και όσπρια, ιδίως ρεβίθια και φακές, εξακολουθούν να απαρτίζουν το ντόπιο τραπέζι. Τα περισσότερα επικαλύπτονται με σύβραση, τα γευστικότατα καραμελωμένα κρεμμύδια που γαρνίρουν τόσα πολλά παρόμοια πιάτα σε όλα τα Δωδεκάνησα. Τα πιο συναρπαστικά πιάτα με ζυμαρικά είναι εκείνα που μαγείρευαν παλαιότερα, που είναι γλυκά και αποτελούσαν κάποτε πλούσια σπεσιαλιτέ που τη φύλαγαν για τις μητέρες που θηλάζουν. Το πλιγούρι χρησιμοποιείται πολύ στη δωδεκανησιακή κουζίνα, συνήθως μαγειρεμένο σαν πιλάφι και αναμεμειγμένο με λαχανικά και όσπρια. Ένα από τα αγαπημένα μου πιάτα είναι σαρδέλες σε γαλέτα σερβιρισμένες πάνω από πλιγούρι μαγειρεμένο σε σάλτσα ντομάτας.
Τα μπαχαρικά, ιδίως το κύμινο και η κανέλα, αποτελούν τη σφραγίδα της τοπικής κουζίνας, όπως και σε άλλα μέρη του Νότιου Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου, κυρίως στην Κύπρο και την Ανατολική Κρήτη. Το κύμινο συνιστά αγαπημένο μπαχαρικό και χρησιμοποιείται για να καρυκεύει τα πάντα, από παξιμάδια μέχρι ρεβιθοκεφτέδες που ονομάζονται πιταρούδια, μια σπεσιαλιτέ νησιώτικη. Οι κεφτέδες δεν παρασκευάζονται μόνο από ρεβίθια, αλλά γίνονται και από ό,τι υπάρχει διαθέσιμο- στο μικρό ορεινό χωριό Μασάρι, στο κέντρο του νησιού, παρασκευάζουν κεφτέδες με άγρια μανιτάρια και κύμινο. Επίσης, η κανέλα είναι το μπαχαρικό που χρησιμοποιείται σε γλυκά και αλμυρά πιάτα.
Αναμφισβήτητα, η μαγειρική της Ρόδου επηρεάστηκε από τις παραδόσεις της ευρύτερης Ανατολικής Μεσογείου, τα 45 χρόνια ιταλικής κατοχής αλλά και από τη θέση του νησιού, που σαν μαγνήτης προσελκύει ανθρώπους από τα γειτονικά νησιά. Πολλοί από τους οποίους μετανάστευσαν στη Ρόδο πριν από πολλές γενιές για να βρουν δουλειά και να ζήσουν, γιατί το νησί ευημερούσε περισσότερο απ΄ όλα.
Το κύμινο είναι ένα αγαπημένο μπαχαρικό και χρησιμοποιείται για να καρυκεύει τα πάντα, από παξιμάδια μέχρι ρεβιθοκεφτέδες που ονομάζονται πιταρούδια
Εξαιρετικό κλίμα για τα κρασιά
Τα αμπέλια, τα οποία εξακολουθούν να αποτελούν πολύ σημαντική πηγή εισοδήματος, παρείχαν τα σταφύλια που ήταν βασικό τρόφιμο από τα αρχαία χρόνια. Αλλωστε, από τους αρχαίους χρόνους η πρώιμη επιτυχία της Ρόδου ως πολύ φημισμένης οινοπαραγωγού περιοχής ήταν ότι έφερε στο νησί τόσο πολύ πλούτο ώστε να αποκτήσει καταπληκτικό ναυτικό και να ασκεί δραστήριο εμπόριο σιτηρών. Πιθανότατα τα χρήματα από τις επιχειρήσεις αυτές έδωσαν τη δυνατότητα στους αρχαίους νησιώτες να χτίσουν τον περίφημο Κολοσσό τους.
Μέχρι τον 7ο αι. π.Χ. στη Ρόδο ανθούσε η παραγωγή και εξαγωγή κρασιού. Τα κρασιά του νησιού έφταναν σε κάθε περιοχή του αρχαίου κόσμου. Αμφορείς με ροδίτικη ένδειξη προέλευσης έχουν βρεθεί σε πολλά μέρη της Μεσογείου.
Ακόμα και υπό την κυριαρχία των Οθωμανών, καθώς λιγόστευαν τα γεωργικά εμπορεύματα, ιδίως το κρασί, το νησί διατηρούσε υγιές εμπόριο κρασιού μαλβουαζί (Μαλβαζίας).
Η Ρόδος έχει εξαιρετικά καλό κλίμα για την παραγωγή σταφυλιού. Έχει το πιο μακρύ σε διάρκειακαλοκαίρι από οποιοδήποτε άλλο ελληνικό νησί και τη λιγότερη βροχή. Συνεχή μελτέμια, υγρασία και έκθεση στον ήλιο διασφαλίζουν ότι τα σταφύλια είναι ανώτατης ποιότητας. Τα περισσότερα ξηρά κρασιά, είτε από την αρχαία, λευκή ποικιλία Αθήρι είτε από την τοπική κόκκινη ποικιλία αμοργιανό (που ονομάζεται μαντηλαριά σε άλλες περιοχές του Αιγαίου), προέρχονται από σταφύλια που καλλιεργούνται στη βόρεια πλευρά του νησιού, ιδίως στη βορειοδυτική πλευρά του όρους Αττάβυρος- διασχίζει το νησί από τα βορειοανατολικά προς τα νοτιοδυτικά- που πνέουν ισχυρά μελτέμια.
Η Ρόδος είναι επίσης γνωστή για τα γλυκά μοσχάτα της και τα γλυκά κρασιά παράγονται εδώ από την αρχαιότητα. Η ελληνική ποικιλία, το άσπρο μοσχάτο, καθώς και η ποικιλία τρανί που εισήγαγαν οι Ιταλοί, χρησιμοποιούνται και σήμερα, διά νόμου, για την παραγωγή του μοσχάτου με ονομασία προέλευσης του νησιού. Τα μοσχάτα, το αθήρι και το αμοργιανό δίνουν τα σταφύλια που παράγουν τα τέσσερα κρασιά αναγνωρισμένης ονομασίας προέλευσης του νησιού. Υπάρχει και ένα τραχύ, αφρώδες κρασί που παράγεται στο νησί από το σταφύλι αθήρι, και είναι πολύ δημοφιλές.
Πιταρούδια με κρεμμύδι και κύμινο
Για 8 μερίδες μεζέ ● φλιτζ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις ● φλιτζ. αλεύρι από πλήρες σιτάρι ●Αλάτι και φρεσκοτριμμένο μαύρο πιπέρι, κατά προτίμηση ●1 κ.γλ. κύμινο σε σκόνη ●1 φλιτζ. χλιαρό νερό ●2 μεγάλα κρεμμύδια, ψιλοκομμένα ή τριμμένα ●Ελαιόλαδο για το τηγάνισμα 1. Αναμειγνύουμε τα αλεύρια, αλάτι, πιπέρι και το κύμινο σε ένα μέτριο μπολ. Προσθέτουμε το νερό και φτιάχνουμε έναν πυκνό χυλό. Ρίχνουμε τα κρεμμύδια και ανακατεύουμε καλά.
2. Ζεσταίνουμε περίπου 2 εκ. ελαιόλαδο σε ένα μεγάλο, βαρύ τηγάνι σε μέτρια προς δυνατή φωτιά. Όταν το λάδι κάψει πολύ, ρίχνουμε δύο κουταλιές κάθε φορά από το μείγμα και τηγανίζουμε σε μέτρια φωτιά μέχρι να χρυσίσουν τα πιταρούδια, γυρίζοντάς τα μία φορά για να ροδίσουν και από τις δύο πλευρές. Βγάζουμε με τρυπητή κουτάλα, στραγγίζουμε σε απορροφητικό χαρτί και σερβίρουμε τα πιταρούδια ζεστά ή σε θερμοκρασία δωματίου.
Σουσάμι παντού
Κάποτε, περνώντας από την ενδοχώρα της Ρόδου, είδα μικρούς λόφους σαν πυραμίδες από σουσάμι που στέγνωνε στον ήλιο τέλη Αυγούστου. Παλαιότερα το φυτό αποτελούσε σπουδαίο προϊόν συγκομιδής και εξακολουθεί να παίζει σημαντικό ρόλο στην τοπική κουζίνα. Το ταχίνι δίνει γεύση σε ψωμιά και γλυκές και αλμυρές πίτες. Η τοπική κουζίνα είναι γεμάτη από ασυνήθιστα πιάτα που περιέχουν ταχίνι, όπως ένα τοπικό ζυμαρικό που ονομάζεται μάτσι, με ρεβίθια και σάλτσα ταχινιού ή τοπικά ζυμαρικά με γλυκιά σάλτσα ταχινιού. Παρασκευάζεται επίσης ταχινόσουπα, σαρακοστιανή σπεσιαλιτέ, ακόμα και ολόκληρα ψάρια σερβιρισμένα με σάλτσα ταχινιού. Το σουσάμι είναι το βασικό συστατικό για το πιο παραδοσιακό γλύκισμα, το μελεκούνι, που είναι παστέλι καρυκευμένο με κύμινο και κανέλα. Παρασκευάζεται παραδοσιακά με μέλι και αφθονεί στη Ρόδο.







