Οι όροι «χρηματαγορά», «κεφαλαιαγορά», «αγορά συναλλάγματος» κτλ. εμπεριέχουν
ως συστατικό τη λέξη «αγορά», επομένως γίνεται αντιληπτό ότι πρόκειται για
«προσφορά» και «ζήτηση» κάποιου αγαθού και την επίτευξη «ισορροπίας» σε
συγκεκριμένη «τιμή». Το αγαθό στην προκειμένη περίπτωση είναι οι
χρηματοδοτικοί πόροι, οι οποίοι περιλαμβάνουν το χρήμα, το συνάλλαγμα, τα
ομόλογα, τις μετοχές, τα παράγωγα χρηματιστηριακά προϊόντα.


H μεγάλη ανάπτυξη των χρηματοοικονομικών αγορών έγινε από το 1990 έως και
σήμερα. Ο χαμηλότερος πληθωρισμός είναι σαφώς σημαντικός παράγων αυτής της
ανάπτυξης. Όπως επίσης και οι σημαντικές αποδόσεις των ομολόγων και των
μετοχών σε πολλές χώρες κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας.


Στις εν λόγω αγορές διακρίνουμε τους «δανειστές» ή «πιστωτές» και τους
δανειζόμενους ή οφειλέτες. Οι δεύτεροι είναι οι λεγόμενες «ελλειμματικές
οικονομικές μονάδες» - οι οποίες χρειάζονται χρηματικά κεφάλαια - τα οποία
δανείζονται από τους πρώτους, τις λεγόμενες «πλεονασματικές οικονομικές
μονάδες». Τα δύο συναλλασσόμενα μέρη έρχονται σε συμφωνία μέσω της
χρηματοοικονομικής αγοράς. Οι χρηματοοικονομικές αγορές διακρίνονται στην
αγορά «δανειακών κεφαλαίων» και στην κεφαλαιαγορά. Έτσι λοιπόν, όσον αφορά την
πρώτη αγορά, η παραχώρηση των κεφαλαίων γίνεται «προθεσμιακά», δηλαδή για
συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, κατά το τέλος του οποίου το αρχικό κεφάλαιο
επιστρέφεται μαζί με την «αμοιβή» του πιστωτή, τον γνωστό σε όλους μας «τόκο».


Εδώ υπεισέρχεται η λεγόμενη «πίστη», η οποία αποτελεί τη βασικότερη υπηρεσία
που προσφέρουν οι οργανισμοί και οι αγορές του νομισματοπιστωτικού συστήματος.


Ο όρος πίστη παραπέμπει αυτομάτως στο ζήτημα της εμπιστοσύνης που πρέπει να
υπάρχει μεταξύ των δύο συναλλασσόμενων μερών, ενώ υπάρχουν και οι περιπτώσεις
που η πίστη αφορά στον ενδιάμεσο ή στον διαμεσολαβητή ο οποίος αποτελεί τον
συνδετικό κρίκο των δύο και τον ρόλο αυτό έχουν επιφορτιστεί οι τράπεζες. Για
τον λόγο αυτό οι τράπεζες ονομάζονται και «πιστωτικά ιδρύματα» ή «πιστωτικοί
οργανισμοί». H αγορά δανειακών κεφαλαίων αποτελείται από την υπο-αγορά
τραπεζικών καταθέσεων και χορηγήσεων και από την υπο-αγορά ομολογιών. Όταν ο
δανεισμός των οφειλετών λαμβάνει χώρα στην πρώτη αγορά, τότε λέγεται ότι είναι
έμμεσος (καταθέσεις σε τράπεζα), ενώ όταν λαμβάνει χώρα στη δεύτερη λέγεται
ότι είναι άμεσος (περίπτωση αγοράς ομολογιών των επιχειρήσεων). Τα κεφάλαια
που προσφέρουν οι πλεονασματικές οικονομικές μονάδες προέρχονται από τις
αποταμιεύσεις τους, δηλαδή από ό,τι περισσεύει από το εισόδημά τους μετά την
κατανάλωσή τους. Επίσης θεωρείται ότι οι ελλειμματικές οικονομικές μονάδες που
ζητούν κεφάλαια προκειμένου να προβούν σε επενδύσεις, αποτελούνται από τις
επιχειρήσεις. Σε αυτή τη βάση και γνωρίζοντας ότι οι επιχειρήσεις ζητούν
κεφάλαια για περαιτέρω επένδυση, η συναλλαγή μεταξύ των δύο μερών μπορεί να
γίνει ως εξής: οι επιχειρήσεις εκδίδουν ομολογίες τις οποίες διαθέτουν στους
αποταμιευτές προς συγκεκριμένη τιμή την καθεμία και με προσαρτημένα
«κουπόνια», τα οποία αφορούν σε κάθε έτος μέχρι τη λήξη κάθε ομολογίας. Κάθε
κουπόνι έχει και αυτό μια τιμή η οποία αντιπροσωπεύει τον ετήσιο τόκο της
ομολογίας. Ο επενδυτής λοιπόν γνωρίζει εκ των προτέρων τη λήξη της ομολογίας
(προθεσμία) και είναι σε θέση να υπολογίσει και την απόδοσή της βάσει του
κουπονιού (τόκος).


Ωστόσο, υπάρχει το τμήμα των χρηματοδοτικών πόρων που δεν αφορά σε δανειακά
κεφάλαια υπό προθεσμία και με προτέρα συμφωνία συγκεκριμένης απόδοσης. Αυτά τα
κεφάλαια τοποθετούνται από τις πλεονασματικές οικονομικές μονάδες στις
επιχειρήσεις, τις ελλειμματικές οικονομικές μονάδες οι οποίες προκειμένου να
δανειστούν κεφάλαια εκδίδουν μετοχές. Επομένως, η «πίστη» - στην οποία έγινε
μνεία προηγουμένως - παίρνει τώρα τη μορφή των προσδοκιών από πλευράς
επενδυτών όσον αφορά τις προοπτικές της επιχείρησης. H άντληση κεφαλαίων από
πλευράς των επιχειρήσεων μέσω της κυκλοφορίας και πώλησης νέων μετοχών
αναφέρεται διεθνώς με τον όρο «floating». H αρχική έκδοση μετοχών λέγεται
«πρώτη δημόσια εγγραφή ή έκδοση», ενώ όταν πρόκειται για έκδοση νέων μετοχών
από μια εταιρεία που έχει ήδη μετοχές, τότε αναφερόμαστε σε «αύξηση του
μετοχικού κεφαλαίου με δημόσια εγγραφή».


ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ


Το Χρηματιστήριο Αθηνών (X.A.) αποτελεί μια «δευτερογενή» τέτοια αγορά
(πρωτογενής ονομάζεται η αγορά μέσω της οποίας προωθούνται οι νέες μετοχές στο
επενδυτικό κοινό μέσω των επενδυτικών τραπεζών). Το X.A. ιδρύθηκε το 1876 με
επίσημη λειτουργία του το 1880, οπότε και εκλέχθηκε η πρώτη Διοικούσα
Επιτροπή, ενώ σήμερα αποτελεί ανώνυμη εταιρεία η οποία εποπτεύεται από το
υπουργείο Εθνικής Οικονομίας. H Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ρυθμίζει τον τρόπο
λειτουργίας του προκειμένου να εξασφαλίζονται επαρκής έλεγχος, πληροφόρηση και
ομαλή λειτουργία της κεφαλαιαγοράς. Συνοψίζοντας, οι χρηματοοικονομικές αγορές
διέπονται - όπως όλες οι αγορές - από τις δυνάμεις της προσφοράς και της
ζήτησης με βασικό χαρακτηριστικό την «πίστη» ως προς τη φερεγγυότητα και την
απόδοση των κεφαλαίων (τόκος) όταν πρόκειται για δανειακά κεφάλαια (αγορά
δανειακών κεφαλαίων) και την «προσδοκία» για απόδοση (μέρισμα) όταν πρόκειται
για επένδυση σε μετοχές (κεφαλαιαγορά).


Οι λειτουργίες των χρηματοοικονομικών αγορών



α) Τον καθορισμό των τιμών των διαπραγματεύσιμων προϊόντων, δηλαδή, των
«χρηματοοικονομικών τίτλων»


β) Την αποτίμηση των διάφορων περιουσιακών στοιχείων, π.χ. της αξίας
μιας εταιρείας


γ) Την άντληση κεφαλαίων για περαιτέρω ανάπτυξη εταιρειών, π.χ. αύξηση
μετοχικού κεφαλαίου εταιρείας


δ) Τη χρηματοδότηση για τη διεκπεραίωση του διεθνούς εμπορίου


ε) Την αποκομιδή απόδοσης από πλευράς επενδυτών


στ) Τη μείωση ή εξάλειψη κινδύνων, π.χ. λόγω μεταβολής των
συναλλαγματικών ισοτιμιών μέσω των διάφορων «παράγωγων» χρηματοοικονομικών
προϊόντων


Tips



H κινητήρια...



... δύναμη πίσω από τις χρηματοοικονομικές αγορές είναι οι επενδυτές, οι
οποίοι επιζητούν την απολαβή απόδοσης στα κεφάλαιά τους