Έχασε οκτώ μήνες από τη ζωή του. Δεν ήταν κοντά στον πατέρα του όταν

εκείνος περνούσε τις τελευταίες του στιγμές. Αυτό που ο 30χρονος Σάιμον

Τσάπμαν φώναζε από την πρώτη ώρα της σύλληψής του, στα επεισόδια της Συνόδου

Κορυφής της Θεσσαλονίκης τον περασμένο Ιούνιο, ότι δηλαδή με πλαστά στοιχεία

συνελήφθη και προφυλακίσθηκε, έγινε τελικά δεκτό από το αρμόδιο δικαστικό

συμβούλιο.

Σάιμον Τσάπμαν. Μπορεί να νιώθει οργή για τον τρόπο που του συμπεριφέρθηκαν

και τον αντιμετώπισαν οι Έλληνες αστυνομικοί και οι δικαστές, δεν παύει όμως

να τρέφει φιλικά αισθήματα για τους Έλληνες

Χωρίς να τον βαρύνει πλέον καμία κατηγορία, επιστρέφει ελεύθερος στην πατρίδα

του. «Δεν έχει περάσει από το μυαλό μου να κινηθώ δικαστικά κατά των ελληνικών

αρχών. Δεν λέω πως δεν πρόκειται να το κάνω, δεν ξέρω όμως και αν αξίζει πλέον

τον κόπο. Άλλωστε, από τη στιγμή που αποσύρθηκαν οι κατηγορίες εναντίον μου,

όλοι γνωρίζουν πως οι αστυνομικοί ήταν οι ψεύτες, όχι εγώ. Ειλικρινά, δεν με

νοιάζει πια».

Ο Βρετανός γραφίστας Σάιμον Τσάπμαν, που παρέμεινε προφυλακισμένος από τον

Ιούνιο έως τις αρχές του περασμένου Νοεμβρίου, οπότε αποφυλακίσθηκε με

περιοριστικούς όρους, δηλώνει ευτυχής που θα μπορέσει να αγκαλιάσει τη φίλη

του, να συναντηθεί με την οικογένειά του. Δεν πρόκειται όμως ποτέ να ξεχάσει

τα όσα πέρασε στην Ελλάδα.

Ο Γολγοθάς του Σάιμον ξεκίνησε πριν από περίπου οκτώ μήνες, όταν τον περασμένο

Ιούνιο ήρθε στη Θεσσαλονίκη για να πάρει μέρος στις διαδηλώσεις ενάντια στην

παγκοσμιοποίηση. Όπως λέει στα «NEA», σκοπός του ήταν να διαδηλώσει ειρηνικά.

Ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δεν θα μπορούσε να φανταστεί πως τα πράγματα στη

Θεσσαλονίκη θα έπαιρναν τέτοια επικίνδυνη και τραγική τροπή.

Θυμάται τον εαυτό του να περπατά στον δρόμο, φωνάζοντας συνθήματα μαζί με

χιλιάδες άλλους διαδηλωτές. Κάποια στιγμή η ατμόσφαιρα έγινε αποπνικτική, ενώ

δεν υπήρχε καθόλου ορατότητα από τα καπνογόνα που έριχναν οι αστυνομικοί.

«Ένιωσα ένα χτύπημα στο κεφάλι μου. Έπεσα στο έδαφος. Μία ομάδα αστυνομικών με

κλωτσούσε και με χτυπούσε σε όλο μου το σώμα. Ένας από αυτούς άρπαξε το

σακίδιό μου και άρχισε να ψάχνει. Δεν βρήκε όμως τίποτα αφού το μόνο που είχα

ήταν λίγα ρούχα και νερό. Όταν μου έδωσαν πίσω το σακίδιό μου, διαπίστωσα πως

το είχαν αλλάξει με ένα άλλο που περιείχε μολότοφ και τσεκούρια».

«Θα επισκεφτώ και πάλι τους φίλους μου στην Ελλάδα»

Αυτό που πίκρανε τον 30χρονο Βρετανό ακτιβιστή όσο τίποτα άλλο είναι

ότι δεν του δόθηκε η δυνατότητα να συναντήσει για μία τελευταία φορά τον

πατέρα του πριν πεθάνει. Παρ’ όλο που επίμονα ζητούσε άρση της απαγόρευσης

εξόδου από την Ελλάδα για να τον επισκεφθεί όσο ήταν ζωντανός – ο πατέρας του

έπασχε από ανίατη ασθένεια και την περίοδο εκείνη βρισκόταν σε κρίσιμη

κατάσταση -, το αίτημά του απορρίφθηκε. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, δόθηκε

εν τέλει στον Σάιμον Τσάπμαν 15νθήμερη «άδεια» από το Συμβούλιο

Πλημμελειοδικών για να παραστεί στην κηδεία του.

Παρ’ όλη την περιπέτειά του πάντως, όπως λέει, «ανυπομονώ να επισκεφτώ και

πάλι την Ελλάδα». Μπορεί να νιώθει οργή για τον τρόπο που του συμπεριφέρθηκαν

και τον αντιμετώπισαν οι Έλληνες αστυνομικοί και οι δικαστές, δεν παύει όμως

να τρέφει φιλικά αισθήματα για τους Έλληνες. Όπως ο ίδιος εξηγεί, οι

τελευταίοι 8 μήνες τού επιφύλασσαν φρικτές στιγμές και ατελείωτες ώρες

αγωνίας, δεν ήταν όμως λίγοι εκείνοι που του συμπαραστάθηκαν. Το αποτέλεσμα

ήταν να αποκτήσει πολύ καλούς φίλους με τους οποίους επιθυμεί να κρατήσει

επαφές εφ’ όρου ζωής.