Η παραδοχή του Πενταγώνου ότι οι δυνάμεις των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν δεν
λυγίζουν κάτω από το βάρος των αμερικανικών βομβαρδισμών, και ότι η Βόρεια
Συμμαχία δεν έχει αρχίσει να προελαύνει προς την Καμπούλ, δημιουργεί
ερωτηματικά όσον αφορά τις τακτικές που χρησιμοποιούνται σε αυτόν τον πόλεμο,
αλλά και τις πολιτικές υποθέσεις και προσδοκίες που τον διέπουν.


Οι ΗΠΑ ξεκίνησαν λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι από τη στιγμή που η αεροπορική
ισχύς θα έκαμπτε την αντίσταση των Ταλιμπάν, η Βόρεια Συμμαχία, καθώς και οι
όποιοι Ταλιμπάν αποστάτες ή οι διαφωνούσες φυλετικές ομάδες αλλού στη χώρα, θα
αναλάμβαναν τις χερσαίες μάχες που απαιτούνται για την ανατροπή τους.


Αυτό δεν συμβαίνει. Ένας λόγος είναι ότι οι στρατιωτικές δομές των Ταλιμπάν
σπάνια είναι αρκετά εξελιγμένες ώστε να «καμφθούν». Μπορεί το Πεντάγωνο να
ανακοινώνει ότι έχει καταστρέψει κέντρα «διοίκησης και ελέγχου» στα αφγανικά
αεροδρόμια, οι ανταποκριτές που γνωρίζουν τη χώρα, όμως, λένε ότι τα κέντρα
«διοίκησης και ελέγχου» συνίστανται συχνά σε ξύλινες καλύβες με ένα τηλέφωνο
το οποίο δεν λειτουργεί πάντα.


Ένα δεύτερο πρόβλημα είναι ότι οι βομβαρδισμοί δεν είναι και ιδιαίτερα
αποτελεσματικοί όταν έχουν στόχο έναν τεχνολογικά απλοϊκό, αλλά φανατισμένο
στρατό που τρυπώνει σε υπόγεια καταφύγια ή διασκορπίζεται.


Η αφγανική αντιπολίτευση, τέλος, χαρακτηρίζεται από έναν φυσικό δισταγμό να
δώσει τη ζωή της για έναν αμερικανικό στρατό προτεραιότητα του οποίου είναι η
προστασία της δικής του ασφάλειας. Οι επιχειρήσεις κομάντο των αμερικανικών
ειδικών δυνάμεων δεν πρόκειται να πλήξουν σοβαρά τους Ταλιμπάν. Η Βόρεια
Συμμαχία, αν είναι να διεξάγει την ουσιαστική μάχη, θέλει πολιτικές ανταμοιβές
που οι ΗΠΑ και το Πακιστάν δεν θέλουν να προσφέρουν.


Η απροθυμία του Πενταγώνου να κάνει περισσότερα στο έδαφος οφείλεται ­ πέραν
της «αλλεργίας» που έχει στις απώλειες ­ στη λογική παρατήρηση ότι οι χερσαίες
επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν, με τον χειμώνα να πλησιάζει, θα δώσουν πιθανότατα
στους Ταλιμπάν τα περισσότερα πλεονεκτήματα του «ασύμμετρου πολέμου».


Σε κάθε περίπτωση υποτίθεται ότι οι ΗΠΑ διεξάγουν έναν πόλεμο εναντίον της
τρομοκρατίας, όχι εναντίον του Αφγανιστάν. Μέχρι τις 11 Σεπτεμβρίου η
Ουάσιγκτον επεδείκνυε επί χρόνια ελάχιστο ή μηδενικό ενδιαφέρον για όσα
συνέβαιναν στο Αφγανιστάν.


Έκτοτε, η δυσκολία της Ουάσιγκτον να εντοπίσει και να συλλάβει τον Οσάμα Μπιν
Λάντεν οδήγησε στην αντικατάσταση του «πρώτου στόχου» με την ανατροπή της
κυβέρνησης των Ταλιμπάν - ένα πιο προσιτό εγχείρημα. Αν βγουν από τη μέση οι
Ταλιμπάν, θα καταστεί εφικτός ο εντοπισμός του τρομοκράτη ηγέτη - αυτό
τουλάχιστον υποθέτεται. Η εγκαθίδρυση και μόνο μιας νέας κυβέρνησης θα
επιτρέψει στην Ουάσιγκτον να αυτοανακηρυχτεί νικήτρια, ακόμα κι αν δεν ήταν
αυτή η νίκη που ξεκίνησε να έχει.


Το πρόβλημα είναι ότι η ανατροπή της κυβέρνησης των Ταλιμπάν δεν θα επιφέρει
την πολυπόθητη κάθαρση: η Αμερική τραυματίστηκε σοβαρά από τις επιθέσεις στο
Γουόρλντ Τρέιντ Σέντερ και το Πεντάγωνο, από τις επιστολές με άνθρακα και τους
θανάτους που προκάλεσαν ­ ο λαός θέλει τη νίκη επί της τρομοκρατίας (και του
«κακού») που του υποσχέθηκε ο πρόεδρος Μπους.


Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι δυσκολίες στο Αφγανιστάν είναι
πιθανόν να προωθήσουν τις ιδέες όσων θέλουν να αυξήσουν το «στοίχημα», και να
μεταφέρουν τον πόλεμο στο Ιράκ. Κάτι τέτοιο θα προσέφερε ακόμα ένα
υποκατάστατο για την υποσχεθείσα, αλλά αδύνατη, νίκη επί της τρομοκρατίας. Επί
χρόνια, ωστόσο, οι Αμερικανοί ακούν το σύνθημα ότι στον πόλεμο δεν υπάρχει
υποκατάστατο της νίκης.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από